Η πολιτική και θεσμική πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πάταξη της διαφθοράς, σύμφωνα με την άκρως αποκαλυπτική συνέντευξη που παραχώρησε η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι, στο δίκτυο Euractiv.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) περιγράφει με μελανά χρώματα ένα σύστημα που, ενώ διαθέτει τα νομικά εργαλεία, στερείται την πραγματική πολιτική βούληση να αφήσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς να λειτουργήσουν ανεξάρτητα, εγκλωβίζοντάς τους σε γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και σκόπιμες καθυστερήσεις.
Η Κοβέσι δεν διστάζει να αναφερθεί στην εσωτερική αντίσταση που συναντά ακόμη και από κορυφαίους θεσμούς της Ένωσης, φέρνοντας ως παράδειγμα τη σύγκρουση με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο οχυρώθηκε πίσω από την ασυλία για να αποτρέψει εισαγγελική έρευνα. Παρά το γεγονός ότι η EPPO έχει ήδη διαχειριστεί πάνω από 3.600 υποθέσεις και έχει δεσμεύσει περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο ευρώ, η Γενική Εισαγγελέας τονίζει ότι η δράση της υπονομεύεται συστηματικά από την έλλειψη πόρων και την απροθυμία των κρατών-μελών να συνεργαστούν ουσιαστικά.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική της για την Ελλάδα, την οποία αναδεικνύει ως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων του ευρωπαϊκού συστήματος δικαιοσύνης. Η Κοβέσι εστιάζει στο τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, σημειώνοντας ότι ενώ υπήρχαν σαφείς ενδείξεις κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων για την ασφάλεια, η έρευνα «προσέκρουσε» στο ελληνικό Σύνταγμα. Όπως επισημαίνει, οι συνταγματικοί περιορισμοί που επιφυλάσσουν μόνο στη Βουλή το δικαίωμα διερεύνησης πολιτικών ευθυνών εμπόδισαν τους Ευρωπαίους εισαγγελείς να φτάσουν στην πλήρη αλήθεια, αφήνοντας σκιές στην απονομή δικαιοσύνης.
Η ίδια προειδοποιεί ότι χωρίς ριζικές συνταγματικές αλλαγές, η διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων θα παραμένει ημιτελής, καθώς η ασυλία λειτουργεί ως τείχος που μπλοκάρει τη συλλογή κρίσιμων στοιχείων. Παράλληλα, καταγγέλλει συστηματικές επιθέσεις και εκστρατείες δυσφήμισης κατά της ομάδας της σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Κροατία, γεγονός που αποδεικνύει το εχθρικό περιβάλλον στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι ανεξάρτητοι θεσμοί.


