Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να εξυφαίνει έναν επικίνδυνο ιστό αντιφάσεων, εγκλωβίζοντας τη Μέση Ανατολή σε έναν φαύλο κύκλο αβεβαιότητας.
Ενώ οι δημόσιες τοποθετήσεις του Αμερικανού προέδρου αναλώνονται σε καθησυχαστικές αναφορές περί «εποικοδομητικών διαπραγματεύσεων» με την Τεχεράνη, η πραγματικότητα που διαρρέει από τους διαδρόμους του Πενταγώνου συνθέτει μια εντελώς διαφορετική, πολεμοχαρή εικόνα. Οι αποκαλύψεις της Wall Street Journal για την επικείμενη αποστολή 10.000 επιπλέον στρατιωτών στην περιοχή αποτελούν την ξεκάθαρη προαναγγελία μιας χερσαίας εισβολής που απειλεί να τινάξει στον αέρα την παγκόσμια ισορροπία.
Ο κυνισμός του αμερικανικού σχεδιασμού αποκαλύπτεται από τη στόχευση των στρατηγικών υποδομών του Ιράν, με το νησί Χαργκ να βρίσκεται στο επίκεντρο των επιδιώξεων της Ουάσιγκτον. Δεν πρόκειται για μια απλή στρατιωτική επιχείρηση, αλλά για μια απόπειρα ενεργειακής πειρατείας, καθώς η κατάληψη του συγκεκριμένου κόμβου θα σήμαινε τον πλήρη έλεγχο του 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου. Αυτή η στρατηγική του «στραγγαλισμού» συνδυάζεται με σενάρια για την αρπαγή του ιρανικού ουρανίου, καταδεικνύοντας ότι ο Λευκός Οίκος δεν αναζητά μια διπλωματική διέξοδο, αλλά μια ολοκληρωτική ταπείνωση του αντιπάλου, αδιαφορώντας για τις κατάφωρες παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου που μια τέτοια ενέργεια συνεπάγεται.
Η στάση του Τραμπ, που χαρακτηρίζεται από συνεχή «μπρος-πίσω» και αντικρουόμενες διαρροές, φαίνεται να αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ψυχολογικού πολέμου, ο οποίος όμως σταδιακά μετατρέπεται σε επιχειρησιακή προπαρασκευή για το λεγόμενο «τελικό πλήγμα». Η κινητοποίηση αεροπλανοφόρων και η ανάπτυξη ειδικών μονάδων μάχης, όπως αναφέρει το Axios, μαρτυρούν ότι οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το Ιράν, από την πλευρά του, αποδομεί το αφήγημα του διαλόγου, εκθέτοντας τον Αμερικανό πρόεδρο για τα ψεύδη του.


