Με αφορμή την παράσταση «Η Λήθη», που παρουσιάζει στη θεατρική σκηνή του Bios, η Εύα Σταυρογιάννη μιλά για την εκπαίδευση ως δοκιμασία, την ελευθερία ως ρίσκο και το σώμα ως τον τελευταίο τόπο όπου η τέχνη διατηρεί ακόμη την ικανότητα να αντιστέκεται
H διαδρομή της χορεύτριας και χορογράφου Εύας Σταυρογιάννη κινείται διαρκώς ανάμεσα σε δύο αντίρροπες έννοιες: την πειθαρχία και την ελευθερία.
- Συνέντευξη στη Γιώτα Βαζούρα
Σε ηλικία μόλις 13 ετών άφησε την Αθήνα για τη Μόσχα, μπαίνοντας στην Κρατική Ακαδημία Χορού των Bolshoi – ένα περιβάλλον όπου το σώμα εκπαιδεύεται με απόλυτη ακρίβεια, αλλά και με σκληρότητα.
Η εκπαίδευση αυτή, όσο απαιτητική κι αν υπήρξε, αποτέλεσε το θεμέλιο μιας πολύ ενδιαφέρουσας πορείας. Μαθητεύοντας δίπλα σε εμβληματικές μορφές του κλασικού χορού, όπως η Maya Plisetskaya και ο Mikhail Baryshnikov, και αργότερα μέσα από συνεργασίες στην Αμερική και την Ευρώπη, η ταλαντούχα χορογράφος άρχισε να μετατοπίζει το ενδιαφέρον της από το σύστημα στην εμπειρία, από την εκτέλεση στη δημιουργία.
Σταδιακά, η ανάγκη για καλλιτεχνική αυτονομία την οδήγησε στη συνίδρυση του INDAK art lab, ενός χώρου όπου η κίνηση αντιμετωπίζεται όχι ως επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά ως φορέας μνήμης, βιώματος και στοχασμού. Στο επίκεντρο της δουλειάς της βρίσκονται σταθερά η φθορά, η μνήμη και η ανθρώπινη αντοχή – έννοιες που επανέρχονται όχι ως θεματικά σχήματα, αλλά ως σωματική εμπειρία.

Η «Λήθη», η παράσταση που παρουσιάζει στη θεατρική σκηνή του Bios (εμπνευσμένη από το ομώνυμο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη), αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατεύθυνσης. Υπογράφοντας τη σύλληψη, τη σκηνοθεσία και τη χορογραφία, η δημιουργός Σταυρογιάννη προτείνει μια παράσταση, μια μοναδική χοροθεατρική εμπειρία, όπου ο λόγος και το σώμα συνυπάρχουν σε διαρκή ένταση, χωρίς ιεραρχία. Δεν πρόκειται για μια αφήγηση που επιδιώκει να εξηγήσει, αλλά για μια σκηνική εμπειρία που ζητά από τον θεατή να σταθεί απέναντι στη δική του μνήμη και αντοχή.
Από την Αθήνα στη Μόσχα: Πώς θυμάστε εκείνη την πρώτη μεγάλη μετάβαση, από ένα παιδί που αγαπούσε τον χορό σε μια έφηβη που βρέθηκε μέσα στη σκληρή εκπαίδευση της Κρατικής Ακαδημίας των Bolshoi;
Hταν απότομη και καθοριστική. Μέχρι τότε ο χορός ήταν χαρά, παιχνίδι, ανάγκη έκφρασης. Στη Μόσχα έγινε επιβίωση και πειθαρχία. Εκεί κατάλαβα για πρώτη φορά τι σημαίνει να ανήκεις σε ένα σύστημα που δεν ενδιαφέρεται για το ποια είσαι, αλλά για το πόσο αντέχεις. Με διαμόρφωσε βαθιά αυτή η μετάβαση. Με δίδαξε αντοχή, αλλά και το τίμημα της αποσύνδεσης από τον εαυτό σου όταν ζεις μόνο για έναν στόχο.
Τι κρατάτε μέχρι σήμερα από τη μαθητεία σας δίπλα στη Maya Plisetskaya και τις συναντήσεις με προσωπικότητες όπως ο Baryshnikov και ο Vasiliev;
Κρατάω τη στάση ζωής. Oχι τη δόξα, ούτε τον «μύθο». Αυτοί οι άνθρωποι δεν κουβαλούσαν μόνο τεχνική, αλλά εσωτερικό μέγεθος. Μου έμαθαν πως η τέχνη δεν είναι διακόσμηση της ζωής, είναι τρόπος ύπαρξης. Οτι το σώμα δεν αρκεί να υπακούει, πρέπει να καίγεται από μέσα για να μιλήσει αληθινά.
Πώς σας άλλαξαν οι συνεργασίες με ομάδες στην Αμερική και την Ευρώπη, και ποια στιγμή αυτής της διεθνούς πορείας θεωρείτε πιο καθοριστική;
Με έβγαλαν από τη βεβαιότητα. Η πιο καθοριστική στιγμή ήταν όταν συνειδητοποίησα ότι δεν με ενδιέφερε πια να ανήκω σε ένα σύστημα, αλλά να δημιουργώ τον δικό μου χώρο. Από εκεί άρχισε να γεννιέται μέσα μου και η INDAK.

Πώς γεννήθηκε η απόφαση να συνδυάσετε σκηνοθεσία, χορογραφία και δραματουργία πάνω στο κείμενο του Δημητριάδη;
Δεν ήταν στρατηγική επιλογή, ήταν αναγκαιότητα. Το κείμενο του Δημητριάδη δεν σου επιτρέπει να σταθείς μόνο σε έναν ρόλο. Σου ζητά να είσαι μέσα σε όλα τα επίπεδα: στη σκέψη, στο σώμα, στη ροή του λόγου. Ενιωσα ότι αν δεν κρατήσω εγώ αυτό το τρίπτυχο, θα χαθεί η ενότητα του κόσμου που ήθελα να γεννηθεί στη σκηνή.
Πώς συνομιλεί το σώμα με τον λόγο σε μια παράσταση όπου οι λέξεις είναι τόσο πυκνές και απαιτητικές;
Με αντίσταση. Το σώμα δεν εξηγεί τον λόγο, τον διαπερνά. Οι λέξεις του Δημητριάδη δεν «παίζονται». Κατοικούνται. Το σώμα γίνεται χώρος υποδοχής, χώρος τριβής, χώρος σύγκρουσης. Κάποιες φορές το σώμα σηκώνει τον λόγο, άλλες τον εγκαταλείπει. Σε αυτή τη συνύπαρξη γεννιέται η αλήθεια της παράστασης.
Η φθορά και η μνήμη αποτελούν σταθερό μοτίβο στη δουλειά σας. Γιατί επανέρχονται στο έργο σας;
Γιατί είναι τα πιο ανθρώπινα πεδία. Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς μνήμη και χωρίς φθορά. Είναι οι δύο μεγάλες μας βεβαιότητες και ταυτόχρονα οι δύο μεγάλες μας απώλειες. Μέσα σε αυτά τα πεδία νιώθω ότι συναντιέται το προσωπικό με το συλλογικό, το σώμα με τον χρόνο.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι σήμερα για μια γυναίκα να διεκδικεί τον καλλιτεχνικό της χώρο χωρίς να χρειάζεται να «αποδεικνύει» διαρκώς την αξία της;
Δεν είναι εύκολο. Εχουν ανοίξει δρόμοι, αλλά η ανάγκη της απόδειξης δεν έχει εξαφανιστεί. Υπάρχει μια αόρατη πίεση να είσαι πάντα «δύο φορές καλή»: και καλλιτεχνικά και ηθικά και συναισθηματικά και επαγγελματικά. Προσπαθώ να μετακινούμαι μέσα σε αυτό χωρίς να προδίδω τη δική μου φωνή.
Εχετε αναφέρει πως για την ελευθερία θυσιάσατε τη βεβαιότητα. Τι εύχεστε στον εαυτό σας για τα επόμενα βήματα και τι είδους ρίσκο θα θέλατε να πάρετε στη συνέχεια της πορείας σας;
Εύχομαι να μη γίνω ποτέ βολική. Να συνεχίσω να μπαίνω σε περιοχές που δεν ξέρω αν «θα πετύχουν». Το ρίσκο που θέλω να πάρω είναι πάντα το ίδιο: να παραμένω ανοιχτή στην αποτυχία, γιατί μόνο εκεί γεννιέται η αλήθεια.

Πώς βλέπετε την εμφάνιση συστημάτων AI που «συνθέτουν» κίνηση;
Τη βλέπω ως ένα εργαλείο, αλλά όχι ως υποκατάστατο της ύπαρξης. Η κίνηση χωρίς μνήμη, χωρίς φόβο, χωρίς απώλεια είναι απλώς μοτίβο. Το σώμα του ανθρώπου κουβαλά αποτυχία, ανασφάλεια, τραύμα, πόθο. Αυτά δεν κωδικοποιούνται. Και χωρίς αυτά, η κίνηση δεν συγκινεί, απλώς εκτελείται.
Info: H παράσταση «Λήθη» σε σύλληψη, σκηνοθεσία και χορογραφία Εύας Σταυρογιάννη παρουσιάζεται στη θεατρική σκηνή του Bios (Πειραιώς 84).
Πρωταγωνιστούν: Νίκη Σερέτη, Μαγδαληνή Σπίνου, Λένα Μποζάκη.
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 21.00.

