Μία από τις καλύτερες παραστάσεις των τελευταίων δέκα ετών, ίσως και πιο πολύ, μας επιφύλαξε ο σημαντικός ηθοποιός του θεάτρου μας Γιώργος Κιμούλης. Αυτήν τη «Συνάντηση» δεν πρέπει να τη χάσει κανείς.
Αναμφίβολα ο Γιώργος Κιμούλης είναι ένας από τους καλύτερους και σπουδαιότερους ηθοποιούς του θεάτρου μας. Στη νέα θεατρική του παραγωγή «Συνάντηση» είναι σαν να μην παίζει θέατρο, αφού σε όλη τη διάρκεια του έργου νιώθεις σαν να σου μιλά κάποιος τόσο φυσικά και η παράσταση ρέει κανονικά σαν νερό…
- Από τη Μαρία Ανδρέου
Είχα τη χαρά και την τύχη να δω τη «Συνάντηση» και δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Πραγματικά, δεν ήθελα να τελειώσει. Το έργο αυτό μας αφορά όλους. Η μοναξιά, η μοναχικότητα, η ευθύνη, η αφοσίωση, η τρυφερότητα, η φιλία, η σεξουαλικότητα, η αδιαφορία, ο αυτοέλεγχος, η λανθασμένη αίσθηση της αυτάρκειας, οι γονείς…
Επισκεφτείτε το θέατρο «Μουσούρη» και όσα θα πουν οι ήρωες να είστε σίγουροι ότι θα σας αλλάξουν τον τρόπο σκέψης. Και όσον αφορά τον Γιώργο Κιμούλη, να είστε σίγουροι ότι δεν θα μπορείτε να πάρετε τα μάτια σας από πάνω του. Μα πώς τα κάνει όλα -οι εκφράσεις, οι σιωπές, το χιούμορ, το βλέμμα- θα αναρωτηθείτε… Τα χρήματα που δώσατε για το εισιτήριό σας αξίζουν και το τελευταίο ευρώ.
Η «Συνάντηση» (Match) του Αμερικανού συγγραφέα Stephen Belber είναι ένα σύγχρονο ψυχολογικό δράμα που ξετυλίγεται με ένταση, χιούμορ και βαθιά συναισθηματική φόρτιση, αποκαλύπτοντας την ευθραυστότητα των ανθρώπινων σχέσεων, τα ίχνη που αφήνει ο χρόνος και τη δύναμη της αλήθειας που αρνείται να ξεχαστεί. Μια μοναδική θεατρική εμπειρία είναι αυτή που θα ζήσετε στο θέατρο «Μουσούρη», 100%. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο και στη σκηνοθεσία της παράστασης ο Γιώργος Κιμούλης δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, ενώ τον πλαισιώνουν αρμονικά και δεμένα η Κατερίνα Θεοχάρη και ο Βασίλης Γιακουμάρος.

Σε κάθε περίπτωση η παράσταση εναλλάσσεται σε συναίσθημα, καθώς την ώρα που ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, στο επόμενο λεπτό συγκινείσαι. Μια παράσταση που σε κάποια στιγμή της θα ταυτιστείς με τα συναισθήματα των ηρώων της και θα στενοχωρηθείς για όσα λάθη έκαναν, για όσα νόμιζαν ότι είχαν στη ζωή τους αλλά δεν τα είχαν ποτέ. Το σίγουρο είναι ότι σε αυτή τη «Συνάντηση» θα απολαύσετε τη μοναδική υποκριτική ευφυΐα του Γιώργου Κιμούλη στο μεγαλείο της. Ο χρόνος κυλά και ο θεατής είναι απορροφημένος από τις ιστορίες του μοναχικού διάσημου χορογράφου Τόμπι Πάουελ και τα… εκρηκτικά αστεία του.
Η πλοκή εξελίσσεται στη σκηνή και, όταν ο Γιώργος Κιμούλης ξεφυσά πάνω στο θεατρικό σανίδι, νομίζεις ότι παίζει μόνο για σένα. Οτι μαγικά εξαφανίζονται όλοι οι υπόλοιποι θεατές και είσαι μόνος σου μαζί του και απευθύνεται μόνο σε σένα! Φεύγοντας από το θέατρο, θα είστε γεμάτοι συναίσθημα. Μια παράσταση που πρέπει να βάλετε στη λίστα των εξόδων του χειμώνα.
Λίγα λόγια για το έργο
Ο Τόμπι Πάουελ, ένας ηλικιωμένος και πρώην διάσημος χορογράφος της σκηνής της Νέας Υόρκης, ζει πλέον απομονωμένος σε ένα ήσυχο διαμέρισμα. Η ξένοιαστη ρουτίνα του διαταράσσεται όταν δέχεται την επίσκεψη ενός νεαρού ζευγαριού -της Λίζα και του Μάικ Ντέιβις-, οι οποίοι του ζητούν μια συνέντευξη για τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής διατριβής που αφορά την ιστορία του χορού στη δεκαετία του 1980. Καθώς η συζήτηση προχωρεί, οι ερωτήσεις των επισκεπτών αποκτούν όλο και πιο προσωπικό και διαπεραστικό χαρακτήρα, αποκαλύπτοντας πως ίσως δεν πρόκειται για μια απλή ακαδημαϊκή έρευνα.

Η επίσκεψη μετατρέπεται σε μια έντονη ψυχολογική αναμέτρηση, ανασύροντας ένα βαθιά κρυμμένο μυστικό από το παρελθόν του Τόμπι – ένα παρελθόν που, όπως υπογραμμίζει και ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν διαγράφεται ποτέ. Η «Συνάντηση» είναι ένα έργο που ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στο δραματικό και το ανθρώπινο, θέτοντας ερωτήματα για την ταυτότητα, την πατρότητα, την αλήθεια και τη συγχώρεση. Εμπνέεται από τη ρήση του Σαίξπηρ στην «Τρικυμία» «Το παρελθόν είναι πρόλογος», για να μας υπενθυμίσει πως όσα έχουμε ζήσει εξακολουθούν να καθορίζουν αυτό που είμαστε…
Κύριε Κιμούλη, τι σας ώθησε να φέρετε αυτό το έργο από το εξωτερικό στην Αθήνα;
Το έργο το είδα καταρχάς ως ταινία με τον Πάτρικ Στιούαρτ. Με το που είδα την ταινία, διέβλεψα τη δύναμη του έργου. Σκέφτηκα ότι, αν βρω το θεατρικό κείμενο, θα κάνω μια σημαντική δουλειά, όπως τη θεωρώ εγώ βέβαια, ότι μπορεί να γίνει μια καλή παράσταση. Βρήκα το θεατρικό κείμενο, το μετέφρασα και από τότε αυτό το έργο το παίζω εδώ και 2,5 χρόνια. Πρώτα έπαιξε στη Θεσσαλονίκη, μετά το πήγα περιοδεία σχεδόν σε όλη την Ελλάδα και, πλέον, από το φθινόπωρο, παίζεται στην Αθήνα.
Βλέποντας το έργο, στο οποίο πραγματικά είστε υπέροχος, είχα συνεχώς μια ερώτηση στο κεφάλι μου, η οποία είναι η εξής: Γιατί το παρελθόν συνεχίζει να ορίζει τη ζωή ενός ανθρώπου; Γιατί ο Μάικ προσπαθεί να βρει τον πατέρα τον οποίο δεν γνώρισε στα παιδικά, νεανικά του χρόνια;
Το παρελθόν, όπως και το παρόν, εκ των πραγμάτων είναι μέρος του χρόνου στον οποίο κατοικούμε. Πολλοί άνθρωποι δυστυχώς ασχολούνται υπέρ το δέον με το παρελθόν και σχεδόν αδιαφορούν και για το παρόν αλλά και το μέλλον. Αυτό το βλέμμα που είναι τόσο έντονα στραμμένο προς το παρελθόν καταστρέφει, ξέρετε, και το μέλλον. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως είναι φυσικό ο Μάικ να ψάχνει τον πατέρα του, από τη στιγμή που μεγάλωσε μόνο με τη μητέρα του και πατέρας του ήταν ένας άγνωστος άνθρωπος προς αυτόν. Οταν έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του, έχασε και την παραμικρή πιθανότητα να έχει κάποια επαφή μαζί του, αφού πλέον δεν μπορούσε να έχει πληροφορίες για αυτόν. Η πραγματικότητα βέβαια είναι άλλη. Το πρόσωπο που όπως φαίνεται τον πίεζε για να έρθει σε επαφή με τον πατέρα του ήταν η σύζυγός του, η Λίζα. Ο ίδιος δεν ξέρω αν θα το έπαιρνε απόφαση να ψάξει να τον βρει. Είναι σίγουρο ότι ήθελε να συναντήσει τον πατέρα του, να τον γνωρίσει, αλλά δεν ξέρω αν θα το τολμούσε.

Η απουσία του πατέρα του τού έχει προκαλέσει κάποια τραύματα θεωρώ… Τον βλέπουμε πολύ θυμωμένο. Πιστεύετε και εσείς ότι η απουσία του πατέρα του είναι εκείνη που του έχει δημιουργήσει αυτές τις εκρήξεις βίας που έχει;
Πιστεύω ότι δεν υπάρχει παιδί που, αν έχει βιώσει ένα είδος αδιαφορίας από τον έναν γονιό, να μην το φέρει σε όλη του τη ζωή ως τραύμα. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι, όταν αποφασίζουν να κάνουν ένα παιδί ή παιδιά, πρέπει να καταλάβουν ότι η ζωή τους θα είναι διαφορετική από εκεί και πέρα. Δυστυχώς όμως υπάρχουν πολλοί που δεν το αντιλαμβάνονται αυτό και συνεχίζουν να ζουν μια ζωή, όπως αυτή που είχαν πριν αποκτήσουν παιδιά. Αυτό βέβαια είναι τραγικό για τα παιδιά.
Ποιος είναι ο γονέας; Αυτός που φέρνει στον κόσμο ένα παιδί, που το γεννάει βιολογικά, ή αυτός αυτός που το μεγαλώνει, το ανατρέφει και το φροντίζει;
Η γνώμη μου είναι και οι δυο. Ξέρουμε πολλές περιπτώσεις γονιών που δεν τους μεγάλωσε ο φυσικός τους πατέρας ή η φυσική τους μητέρα αλλά τους θεωρούν πατέρα και μάνα τους και δεν έχουν ανησυχίες σχετικά με τις ρίζες τους. Την ίδια στιγμή ξέρουμε παιδιά που, επειδή δεν έχουν μεγαλώσει με τους βιολογικούς τους γονείς, τους αναζητούν. Ψάχνουν την καταγωγή τους.
Το έργο εστιάζει στις λέξεις: ευθύνη, αφοσίωση, γονέας, παιδί, αυταπάρνηση. Τελικά, καλός γονέας ποιος είναι;
Κοιτάξτε… Συνηθίζω και λέω ότι για να κάνεις οικογένεια με έναν άνθρωπο, δεν φτάνει το να είσαι ερωτευμένος μαζί του. Πρέπει να βλέπεις αν μπορεί να είναι και καλός γονέας. Είτε αυτή είναι μια γυναίκα που έχει σχέση με έναν άνδρα είτε ένας άνδρας που είναι σε σχέση με μια γυναίκα. Πρέπει το πρόσωπο που αποφασίζεις να κάνεις παιδί μαζί του να βλέπεις σε αυτό αν μπορεί να γίνει γονιός και να μη λειτουργεί μόνο ο ενθουσιασμός του έρωτα. Δεν φτάνει μόνο το καλός εραστής ή ερωμένη, χρειάζεται και το καλός γονιός.

Πολλά παιδιά σήμερα δεν θέλουν να κάνουν οικογένεια. Πιστεύουν ότι μπορούν να φέρουν εις πέρας αυτό που λέγεται ζωή μόνοι τους…
Πολλοί γονείς δυστυχώς μαθαίνουν τα παιδιά τους ότι το πιο σημαντικό στη ζωή είναι η αυτάρκεια. Αυτό είναι το σύνθημά τους. Ισως αυτό γίνεται από τη δική τους αγωνία. Επειδή εκείνοι δεν κατόρθωσαν πράγματα λόγω συνθηκών ή αδυναμίας δικής τους, θέλουν να κάνουν τα παιδιά δυνατά και αυτάρκη. Ετσι θεωρούν ότι τα παιδιά μέσω της αυτάρκειας θα είναι ευτυχισμένα. Πιστεύω ότι αυτό είναι μεγάλο λάθος. Αυτάρκεια δεν υπάρχει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος πάντα θα έχει ανάγκη τον άλλον άνθρωπο. Μπορεί οι άλλοι άνθρωποι πολλές φορές να μας πληγώνουν και να μας προδίδουν, να μας κάνουν κακό, αλλά έτσι είναι η ζωή. Ο άνθρωπος πρέπει να συνεχίσει να πιστεύει στους ανθρώπους και να μην τους φοβάται. Αντιθέτως πρέπει να τους έχει ανάγκη και να καταλαβαίνει και να συνειδητοποιεί πότε οι άλλοι άνθρωποι τον έχουν εκείνον ανάγκη.
Γιατί ο ήρωας του έργου νιώθει τραγικά μόνος; Υπάρχουν άνθρωποι που τον αναζητούν και τον καλούν σε εξόδους. Αυτός δεν δέχεται να πάει…
Ο ήρωάς μας δεν πιστεύει στους ανθρώπους. Το λέει και ίδιος άλλωστε στο έργο ότι πάσχει από ένα είδος μισανθρωπισμού. Εχω την εντύπωση πως οι καλλιτέχνες που απευθύνονται σε έναν κόσμο, σε ένα κοινό, και όχι σε κάθε θεατή ξεχωριστά, αν περάσει ο χρόνος και πάψουν να γοητεύουν τη μάζα, θεωρούν μέσα τους ότι τους έχει προδώσει όλη η ανθρωπότητα. Και βλέπουν τους ανθρώπους σαν εχθρούς τους. Αυτό γίνεται και λόγω ανωριμότητας. Ξέρετε, το να είναι ώριμος ένας άνθρωπος δεν φτάνει μόνο η ηλικία του, αλλά και ο τρόπος σκέψης του να αρχίζει να γίνεται διαφορετικός όσο μεγαλώνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να είναι μόνοι;
Η μοναξιά επιβάλλεται πολλές φορές. Οι άλλοι σε αφήνουν μόνο σου. Η μοναχικότητα είναι η συνθήκη που εσύ επιλέγεις το να είσαι μόνος σου. Πολλοί άνθρωποι όταν απομονώνονται από τον κόσμο, από τους άλλους ανθρώπους, λένε ότι το έχουν επιλέξει αυτοί. Αρα δεν έχω μοναξιά, σου λένε, έχω επιλέξει τη μοναχικότητα. Υπάρχουν κάποιες στιγμές όμως, που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ορθώς οι άνθρωποι έχουν επιλέξει ή έχουν ανάγκη να είναι μόνοι τους για κάποια περίοδο. Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν οργανώνουν στη ζωή τους κάτι το δημιουργικό, τότε η μοναχικότητα γίνεται αναγκαία. Αφού παρέλθει αυτό το διάστημα, ο άνθρωπος οφείλει να επανέλθει στον κοινωνικό του χώρο. Οφείλει να είναι μαζί με τους άλλους ανθρώπους και όχι έξω από αυτούς.

Ο ήρωας λέει στο έργο ότι έπειτα από εφτά χρόνια τελειώνει η φλόγα. Επίσης και το σεξ το θεωρεί στις μεγαλύτερες ηλικίες σαν μια πάλη δυο σωμάτων κάπως άχαρη, χωρίς ρυθμό ή αισθητική. Υπάρχει ο έρωτας σε μεγαλύτερη ηλικία;
Φυσικό είναι να μη λειτουργεί σε μεγαλύτερη ηλικία τόσο η ερωτική επιθυμία όσο και οι ερωτικές εντάσεις όπως στη νεότητα. Οσο μεγαλώνει το σώμα είναι φυσικό επακόλουθο η ύπνωση των αισθήσεων. Από εκεί και πέρα θεωρώ ότι ο άνθρωπος πρέπει να καταλαβαίνει τις ανάγκες του σε κάθε ηλικία. Οσο μεγαλώνει θεωρώ δεν είναι οι ανάγκες του οι ερωτικές ή η επιθυμία όσο η σχέση που μπορεί να έχει με έναν άλλον άνθρωπο και σε άλλα επίπεδα, όπως κατανόησης, αποδοχής και τρυφερότητας.
Ο ήρωας λέει στη Λίζα ότι κακώς δεν έχουν κάνει παιδί με τον Μάικ και ότι έπρεπε να είχε γίνει αυτό. Οταν παντρεύεσαι, πρέπει να έχεις στο μυαλό σου να κάνεις παιδιά;
Να σας μιλήσω για μένα. Εγώ έχω παντρευτεί δύο φορές στη ζωή μου και πιστεύω στον θεσμό της οικογένειας. Τον θεωρώ βασικό πυρήνα του κοινωνικού χώρου. Δεν έχω δηλαδή απαλλαγεί από αυτές τις αξίες. Θεωρώ μεγάλη αξία την οικογένεια.
Ο Πάουελ θέλει να μάθει στον γιο του τον αυτοέλεγχο. Χορογράφος γαρ, ξέρει τι σημαίνει πειθαρχία στις κινήσεις. Στην τέχνη πόσο σημαντική είναι η πειθαρχία, η δουλειά; Φτάνει μόνο το ταλέντο;
Με τίποτα. Η τέχνη θέλει σκληρή δουλειά. Ο καλλιτέχνης για να κάνει κάτι δημιουργικό είναι σαν μπαίνει στη διαδικασία μιας κατασκευής. Πώς θα φτιάξεις ένα μουσικό έργο, ένα γλυπτό, έναν πίνακα; Για να μπορείς να κατασκευάσεις, χρειάζεται η γνώση της τεχνικής. Βεβαίως στην υποκριτική η τεχνική υπάρχει από τις αρχές του 20ού αιώνα. Δηλαδή τότε υπάρχουν βιβλία γύρω από την τεχνική της υποκριτικής. Πιο πριν δεν υπήρχαν. Με την τεχνική της υποκριτικής ασχολούμαστε από τον 20ό αιώνα και μετά. Δεν πειράζει. Είμαστε στο ένα τέταρτο του 21ου αιώνα οπότε, έστω και αν η τεχνική της υποκριτικής είναι σε αρχικό στάδιο, αρχίζουμε να την κατέχουμε.

Ξεκινήσατε στο θέατρο, αν δεν κάνω λάθος, το 1977. Μέχρι σήμερα, κύριε Κιμούλη, με τι παλεύετε στο θέατρο; Τι ανασφάλειες έχετε πετάξει στην άκρη; Εχετε καταπιαστεί με κλασικούς συγγραφείς, με την αρχαία ελληνική γραμματεία, έχετε πειραματιστεί με διάφορα έργα. Τι έχει απομείνει; Δημιουργικά πάντοτε…
Για μένα το πιο σημαντικό στην όλη μου πορεία ήταν ότι είχα πολύ καλούς δασκάλους. Ημουν πολύ τυχερός. Και οι δάσκαλοι μου έμαθαν πολύ γρήγορα ότι δεν πρέπει στη ζωή να ετεροπροσδιορίζομαι. Δηλαδή ο ανταγωνιστής μου δεν είναι ο απέναντί μου, είναι ο ίδιος μου ο εαυτός. Προσπαθώ καθ’ όλη την πορεία μου να γίνω καλύτερος από αυτό που είμαι σήμερα. Οχι να γίνω καλύτερος από έναν άλλον. Αυτό με χαρακτήριζε και συνεχίζει να με χαρακτηρίζει.
Υπάρχει τελειότητα;
Οχι. Η δουλειά μας στηρίζεται στην έννοια του ατελέσφορου. Ουσιαστικά ανεβαίνουμε κάθε μέρα στη σκηνή γιατί κάτι δεν έχουμε ολοκληρώσει την προηγούμενη. Και ανεβαίνουμε για να το ολοκληρώσουμε, γνωρίζοντας την ίδια στιγμή ότι ποτέ δεν πρόκειται να ολοκληρωθεί.
Τέχνη και χρήματα. Ποια είναι η σχέση σας με το χρήμα;
Κακή. Δεν έχω καλή σχέση και είναι γνωστό αυτό. Συνεχίζω να πιστεύω ότι το χρήμα είναι ένα εργαλείο και δεν είναι αυτοσκοπός. Από εκεί και πέρα αυτή η θέση που έχω δεν με έχει βοηθήσει να γίνω εύπορος οικονομικά, αλλά δεν μπορώ να αλλάξω τώρα πια…

Τι σας γαληνεύει πλέον;
Αυτό είναι ένα τεράστιο κυνηγητό, το να θες να είσαι γαλήνιος και ευτυχισμένος. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κυνηγάει την ευτυχία. Αλλά ούτε να κυνηγάει τη δυστυχία. Ο άνθρωπος έχει έρθει σ’ αυτόν τον κόσμο όχι για να είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος, αλλά για να ζήσει. Μέσα στη ζωή λοιπόν υπάρχουν στιγμές ευτυχισμένες και δυστυχισμένες, στιγμές γαλήνιες, στιγμές ταραχώδεις. Ο άνθρωπος πάνω απ’ όλα πρέπει να ζει. Και, όπως είπαμε στην αρχή της συζήτησής μας, να ζει μαζί με τους άλλους.
Γιατί γίνατε ηθοποιός;
Κανείς δεν ξέρει γιατί γίνεται ηθοποιός. Κάτι συμβαίνει στη νεανική ηλικία, αλλά δεν το έχω προσδιορίσει ακόμη. Εγώ δεν είχα καμία σχέση με το θέατρο. Μπάσκετ έπαιζα. Πολύ μετά κατάλαβα ότι υπήρχαν κάποια σημάδια που τότε δεν τα έβλεπα. Μου άρεσε να διαβάζω κάτι θεατρικά έργα του Ξενόπουλου. Θυμάμαι έντονα μια σκηνή που μας είχε πάει ο πατέρας μου στον Εθνικό Θέατρο στον εξώστη και έβλεπα την σκηνή από ψηλά. Επαιζε η Αννα Κυριακού Ξενόπουλο. Στην έκτη δημοτικού έπαιζα τον Αθανάσιο Διάκο και μου άρεσε. Εχω σκόρπιες εικόνες. Πρέπει αυτές κάτι να δημιούργησαν.

Γιατί δεν σας έχουμε δει στην ελληνική τηλεόραση εδώ και περίπου δέκα χρόνια;
Ο τρόπος που γίνονται κάποια σίριαλ σήμερα δεν με ευχαριστεί. Η διαδικασία. Αν καταλάβω σε μια πρόταση που μπορεί να μου γίνει ότι αυτό έχει αλλάξει, δεν θα είχα πρόβλημα. Μου αρέσει πολύ η τηλεόραση.
Κύριε Κιμούλη, πώς βλέπετε σήμερα την Ελλάδα και τους Ελληνες;
Η πανδημία ήταν καταλυτική για όλη την ανθρωπότητα. Θυμάμαι πριν από την πανδημία σκεφτόμουν ότι ίσως στην Ελλάδα έχουμε κάποια κατάρα, γιατί τα προβλήματα ήταν πάρα πολλά και όχι μόνο οικονομικά. Μετά την πανδημία κατάλαβα ότι όλος ο πλανήτης περνάει πολύ δύσκολα. Το χειρότερο από όλα είναι ότι όλη αυτή τη δυστοπία στην Ελλάδα με την ακρίβεια, τα νεύρα, τη θλίψη, την υπολειτουργικότητα της κρατικής μηχανής την έχουμε συνηθίσει. Και αυτό είναι το χειρότερο από όλα. Ο σημερινός τύπος ανθρώπου είναι o homo habitous. Αυτός που συνηθίζει τα πάντα. Και αυτό είναι απόλυτα επικίνδυνο.

Η ανθρωπότητα βρίσκεται πριν από την έναρξη του Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου;
Οι μεγάλες δυνάμεις ουσιαστικά, περισσότερο η Αμερική θα έλεγα, κάνουν κουμάντο στον πλανήτη. Η Αμερική διαμορφώνει τι θα περάσει όλος ο πλανήτης. Αν περνάει τη φάση που θέλει να πλουτίσουν οι πολεμικές της βιομηχανίες, θα δημιουργήσουν πολέμους μεταξύ των κρατών. Μετά τον πόλεμο, θα περάσει στη φάση της ανοικοδόμησης για να κερδίσουν οι εργολάβοι και οι κατασκευαστικές. Οι αδύναμες χώρες πλέον έχουν συνηθίσει τα παιχνίδια της Αμερικής. Και δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί για να αλλάξει αυτή η κατάσταση και αν μπορεί να αλλάξει.
Από πού αντλείτε δύναμη για να συνεχίζετε στο θέατρο; Κάνετε πρωταθλητισμό θα έλεγα…
Το κοινό μού δίνει δύναμη για να αντέχω. Επίσης και η δική μου ανάγκη να εκφράζω κάποιες σκέψεις μου πάνω στη σκηνή. Αλλά, αν δεν υπήρχε το κοινό να με υποστηρίζει, δεν θα μπορούσα να το κάνω.
Η κόρη σας περπάτησε στα βήματά σας και είναι υπέροχη. Τη λατρέψαμε στη σειρά «Ψυχοκόρες». Τι θέλετε για εκείνη;
Η κόρη μου περπάτησε στα δικά της βήματα, όχι στα δικά μου. Τι θέλω; Θέλω αυτό που θέλει εκείνη πολύ!

