Ο εκκεντρικός τραγουδιστής Μέριλιν Μάνσον θα βρεθεί εκ νέου στις δικαστικές αίθουσες κατηγορούμενος για την σεξουαλική κακοποίηση μιας εργαζόμενης στην δισκογραφική εταιρεία του, τη Manson Records το διάστημα μεταξύ 2010-2011.
Η αγωγή, είχε αρχικά κατατεθεί τον Μάιο του 2021 από τη βοηθό του μουσικού, όμως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους απορρίφθηκε καθώς το φερόμενο αδίκημα είχε παραγραφεί.
Ωστόσο ένας νέος νόμος επιτρέπει την εκδίκαση παλαιών υποθέσεων σεξουαλικής βίας.
Βάσει αυτού η ενάγουσα εργαζόμενη, Άσλεϊ Γουόλτερς, ζήτησε από το δικαστήριο να επανεξετάσει την υπόθεσή της τον Ιανουάριο.
Η αγωγή έγινε δεκτή από δικαστή στο Λος Άντζελες, ο οποίος -αρχικά- την είχε απορρίψει τον προηγούμενο μήνα. «Το εξέτασα προσεκτικά», δήλωσε ο δικαστής.
Η γυναίκα ισχυρίζεται ότι ο ροκ σταρ την κακοποίησε σεξουαλικά. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο καλλιτέχνης, το πραγματικό όνομα του οποίου είναι Brian Hugh Warner, καυχιόταν ότι βίαζε γυναίκες και της έδειξε ακόμη και ένα βίντεο στο οποίο κακοποιούσε μια ανήλικη κοπέλα.
Ο δικηγόρος του Μάνσον, Χάουαρντ Κινγκ, δήλωσε ότι η αγωγή θα αποτύχει. «Αν και η κ. Γουόλτερς προέβαλε αρκετές, πλέον άσχετες, αξιώσεις σχετικά με τη λεγόμενη παρενόχληση στον χώρο εργασίας, δεν έχει εκκρεμείς αξιώσεις για σεξουαλική επίθεση, όπως ορίζεται στον ποινικό κώδικα, όπως θα απαιτούσε ο νέος νόμος, ούτε της επιτρέπεται, σύμφωνα με την απόφαση, να προσθέσει νέες αξιώσεις».
Όμως και στο παρελθόν αρκετές γυναίκες έχουν κατηγορήσει τον 57χρονο μουσικό για σεξουαλική κακοποίηση και επίθεση, συμπεριλαμβανομένης της ηθοποιού του «Game of Thrones», Εσμε Μπιάνκο, και της ηθοποιού, Έβαν Ρέιτσελ Γουντ.
Η Μπιάνκο μήνυσε τον μουσικό σε μια υπόθεση που έχει διευθετηθεί, ενώ ο Μάνσον μήνυσε τη Γουντ για δυσφήμιση, κατηγορώντας την και μια άλλη γυναίκα ότι έφτιαξαν κατηγορίες εναντίον του και έπεισαν άλλους να κάνουν το ίδιο. Ένας δικαστής απέρριψε τότε σημαντικά τμήματα της αγωγής, πριν ο Μάνσον συμφωνήσει να την αποσύρει και να πληρώσει τα δικηγορικά έξοδά της.
Τέλος, μια υπόθεση εναντίον του Μάνσον, με την κατηγορία της σεξουαλικής επίθεσης και της ενδοοικογενειακής βίας μεταξύ 2009 και 2011, απορρίφθηκε τον Ιανουάριο του 2025, μετά από μια πολυετή έρευνα, και πάλι επειδή είχε παραγραφεί.


