Στη «Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι, που ανεβαίνει στο θέατρο Arroyo, η Λίλλυ Μελεμέ προσεγγίζει το κλασικό έργο της ρωσικής δραματουργίας με σύγχρονη πολιτική ματιά, φωτίζοντας πώς ένα αυταρχικό σύστημα γεννιέται και αναπαράγεται μέσα στον πιο οικείο χώρο: το σπίτι.
Η «Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι ανεβαίνει στο θέατρο Arroyo, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία της Λίλλυς Μελεμέ, ως ένα έργο «εξαιρετικά σύγχρονο», που μιλά για την εξουσία, την οικογένεια και ένα σύστημα «το οποίο προτάσσει το συμφέρον και το κέρδος έναντι του ανθρώπου».
- Από τον Ηλία Μαραβέγια
Μαζί με μια ομάδα νέων ηθοποιών, που υπήρξαν και μαθητές της στη δραματική σχολή, η καλλιτέχνις συνθέτει έναν ασφυκτικό σκηνικό μικρόκοσμο, όπου -όπως λέει- «η κοινωνία δεν είναι κάτι απρόσωπο, αλλά όλοι εμείς». Στη δική της ανάγνωση, η ηρωίδα της δεν είναι μόνο θύτης, αλλά και προϊόν ενός σκληρού πατριαρχικού μηχανισμού, μιας εξουσίας που «δεν απελευθερώνει αλλά φθείρει».
Με αφορμή το σπουδαίο έργο της ρωσικής δραματουργίας, αλλά και τη συμμετοχή της στο εμβληματικό «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, η Λίλλυ Μελεμέ μιλά στο «ENJOY» για τη μητρική αγάπη ως εργαλείο ελέγχου, τη βία που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά και το θέατρο ως πολιτική πράξη και μέσο αφύπνισης συνειδήσεων.
Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ανεβάσετε τη «Βάσσα» του Μαξίμ Γκόρκι τώρα; Τι την καθιστά, κατά τη γνώμη σας, τόσο ανησυχητικά επίκαιρη;
Η αγάπη μου για τα κλασικά έργα είναι, νομίζω, δεδομένη από την πορεία μου όλα αυτά τα χρόνια. Ο Γκόρκι είναι ένας συγγραφέας με τον οποίο δεν είχα ασχοληθεί μέχρι τώρα και πάντα το ήθελα. Τη «Βάσσα» την πρωτογνώρισα το 2007, ως βοηθός σκηνοθέτη στην παράσταση που είχε κάνει ο Στάθης Λιβαθινός στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, και αμέσως εντυπωσιάστηκα. Είναι ένα πολύ σημαντικό έργο, με εξαιρετικό υλικό για ηθοποιούς, και έμεινε ανεξίτηλα στο μυαλό μου. Οι λόγοι που με οδήγησαν να το κάνω τώρα είναι πολλοί. Αφενός, η συνάντηση με νέους συναδέλφους που υπήρξαν και μαθητές μου στη δραματική σχολή, με κάποιους, μάλιστα, είχαμε δουλέψει το συγκεκριμένο κείμενο κατά τη φοίτησή τους. Αφετέρου, θεωρώ ότι η «Βάσσα» είναι ένα από τα πιο δυνατά έργα της ρωσικής δραματουργίας και παραμένει εξαιρετικά σύγχρονη. Μέσα από μια οικογενειακή ιστορία, ο Γκόρκι διατυπώνει μια ισχυρή, πολιτική αλληγορία για ένα σύστημα που προτάσσει το συμφέρον και το κέρδος έναντι του ανθρώπου. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συνομιλεί άμεσα με την εποχή μας.
Στη δική σας σκηνοθετική ανάγνωση, η Βάσσα δεν παρουσιάζεται μόνο ως θύτης, αλλά και ως προϊόν ενός σκληρού συστήματος. Πού τελειώνει η ευθύνη του ατόμου και πού αρχίζει της κοινωνίας;
Ολα αρχίζουν από μικρότερους κοινωνικούς πυρήνες, όπως είναι η οικογένεια. Συχνά μιλάμε για την κοινωνία ως κάτι απρόσωπο, όμως η κοινωνία είμαστε όλοι εμείς. Ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, η στάση μας απέναντι στη ζωή και απέναντι στον άλλον καθορίζουν το σύνολο. Ο Γκόρκι αρχίζει από τον πυρήνα της οικογένειας και μας δίνει μια σκληρή αλλά πολύ καθαρή εικόνα του τι συμβαίνει μέσα σε αυτά τα μικρότερα σύνολα. Αν αλλάξει κάτι εκεί, ίσως μπορέσει να αλλάξει και κάτι συνολικότερα.
Ερμηνεύετε η ίδια έναν ρόλο εξουσίας που φθείρεται όσο προσπαθεί να επιβιώσει. Πώς συνυπάρχουν μέσα σας η σκηνοθέτις και η ηθοποιός σε έναν τόσο αντιφατικό χαρακτήρα;
Υπήρξε όντως μεγάλη σύγκρουση, αλλά και μεγάλη αντίσταση στις πρόβες. Δεν λειτουργώ ως άνθρωπος όπως λειτουργεί η Βάσσα, καθόλου. Η δυσκολία ήταν τεράστια και το στοίχημα πολύ μεγάλο. Ομως το ταξίδι ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον, γιατί για εμάς, τους ηθοποιούς, είναι πάντα πρόκληση να αναμετριόμαστε με υλικά που συγκρούονται με τη δική μας προσωπικότητα.
Η μητρική αγάπη στο έργο μετατρέπεται σε εργαλείο ελέγχου. Πιστεύετε ότι ως κοινωνία έχουμε εξιδανικεύσει τη μητρότητα σε βαθμό που να μην αντέχει κριτική;
Οχι, δεν το πιστεύω πια. Η μητρότητα υφίσταται κριτική, παρόλο που παραμένει πολύ ψηλά στις αξίες μας. Υπάρχουν στιγμές που εργαλειοποιείται και αυτό το βλέπουμε στην καθημερινότητά μας, απλώς συχνά αποφεύγουμε να το αντιμετωπίσουμε.
Στη «Βάσσα» η οικογένεια λειτουργεί ως μικρογραφία ενός αυταρχικού κοινωνικού συστήματος. Σήμερα βλέπετε αντίστοιχους μηχανισμούς εξουσίας να αναπαράγονται στον ιδιωτικό μας χώρο;
Βεβαίως, σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε την αγάπη, ζητώντας ανταλλάγματα, οι θυσίες που κάνουμε, περιμένοντας ηθική ανταμοιβή ή αναγνώριση, συνομιλούν άμεσα με το θέμα του έργου.
Συνεργάζεστε με μια ομάδα νέων ηθοποιών που υπήρξαν και μαθητές σας. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο να μεταδώσετε στη νέα γενιά καλλιτεχνών;
Με ενδιαφέρει να μοιραζόμαστε εμπειρίες. Η διαδικασία της διδασκαλίας και μένα με κάνει πιο πλούσια, με αναζωογονεί, με ανατροφοδοτεί, αλλάζει τη ματιά μου πάνω στη ζωή. Η επαφή με νεότερους συναδέλφους είναι πάντα ένα δέλεαρ για μένα, γιατί όταν συνομιλούμε επί ίσοις όροις καλλιτεχνικά και οι δύο πλευρές βγαίνουν κερδισμένες. Το να συνυπάρχω στη σκηνή μαζί τους είναι μεγάλο δώρο και βαθιά συγκινητικό. Ολοι όσοι είναι στη «Βάσσα» υπήρξαν μαθητές μου, απλώς σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Το έργο μιλά για τη βία που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Πιστεύετε ότι αυτή η κληρονομιά μπορεί ποτέ να σπάσει ή απλώς αλλάζει μορφές;
Θέλω να ελπίζω ότι μπορεί να σπάσει. Και όταν μιλάμε για βία, εννοούμε όλες τις μορφές της: ψυχολογική, συναισθηματική, οικονομική. Υπάρχει υπόγεια σε πολλές εκφάνσεις της ζωής μας. Ελπίζω πως μέσα από την παιδεία και την ωρίμανση των ανθρώπων θα υπάρξουν περισσότερη ανθρωπιά, αλληλεγγύη και σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Στο σκηνοθετικό σας σημείωμα γράφετε: «Δεν υπάρχουν θαύματα για μας. Ολα πρέπει να τα κάνουμε μόνοι μας». Είναι αυτή μια φράση απελπισίας ή ευθύνης;
Είναι μια φράση ευθύνης. Τη λέει η ίδια η Βάσσα στο φινάλε του έργου, όταν συνειδητοποιεί ότι στην προσπάθειά της να διασώσει ό,τι μπορεί -την επιχείρηση, την οικογένειά της- έχει οδηγηθεί η ίδια στην κατάρρευση. Εχει, όμως, μεγάλο ενδιαφέρον η φράση γιατί εμπεριέχει και το στοιχείο της πίστης στον άνθρωπο και στη δύναμή του να πράττει χωρίς να περιμένει από μηχανής θεούς ή λύσεις που έρχονται απέξω.
Παράλληλα με τη «Βάσσα», συμμετέχετε και στο «Τρίτο στεφάνι» στο Σύγχρονο Θέατρο. Τι κοινό νήμα βλέπετε ανάμεσα στις γυναίκες του Ταχτσή και του Γκόρκι;
Καταρχάς, είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτή τη συνεργασία. Χαίρομαι που βρίσκομαι στο «Τρίτο στεφάνι» και συνεργάζομαι με τον Στάθη Λιβαθινό, ο οποίος υπήρξε δάσκαλός μου, μαζί με μια εκπληκτική ομάδα ηθοποιών. Υπάρχουν κοινά στοιχεία στις γυναίκες του Ταχτσή (Νίνα και Εκάβη) και στη Βάσσα. Πρόκειται για δυναμικές γυναίκες που προωθούν τη ζωή και δεν κάμπτονται από τις δυσκολίες, η καθεμία με τον δικό της, πολύ διαφορετικό τρόπο. Στον πυρήνα τους, όμως, υπάρχει κάτι κοινό: μια δύναμη που κινεί τη ζωή προς τα εμπρός.
Πόσο δύσκολο είναι για τα θύματα της εξουσίας να μη γίνουν οι ίδιοι φορείς της; Ρωτώ γιατί η Βάσσα είναι μια γυναίκα που αναπαράγει το πατριαρχικό σύστημα που την καταπίεσε.
Ακριβώς κι αυτό είναι για μένα και το πιο τρομακτικό, αλλά και το πιο σύγχρονο στοιχείο του έργου. Η Βάσσα αρπάζει την εξουσία, αλλά, αντί να αλλάξει τους κανόνες, τους αναπαράγει. Το πατριαρχικό σύστημα και η καταπίεση που υπέστη έχουν περάσει, θα έλεγα, στο DNA της. Δεν μπορεί να αντιληφθεί άλλον τρόπο επιβολής πέρα από αυτόν που γνώρισε. Είναι επικίνδυνο, γιατί συχνά μιλάμε για την πατριαρχία ως φαινόμενο που προέρχεται μόνο από τους άντρες. Ομως πολλές φορές αναπαράγεται και από τις ίδιες τις γυναίκες, ακριβώς επειδή έχουν υποστεί βαθιά καταπίεση. Υπάρχουν γυναίκες που χρησιμοποιούν τα ίδια όπλα για να επιβληθούν, και αυτό κάποια στιγμή πρέπει να αλλάξει. Χρειάζεται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και μια διαφορετική, πιο θηλυκή ματιά.
Ως δημιουργός που κινείται ανάμεσα στο κλασικό ρεπερτόριο και το σήμερα, πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως πολιτική πράξη;
Νομίζω πως ναι. Οτιδήποτε γίνεται δημόσια είναι πολιτική πράξη. Το θέατρο παίζει πάντα έναν σπουδαίο ρόλο: αυτόν της αφύπνισης. Καλεί τους θεατές να σκεφτούν, να αναλογιστούν τις πράξεις τους, τις σχέσεις τους, τον τρόπο που στέκονται απέναντι στους άλλους. Το θέατρο λειτουργεί σαν ένα κεντρί το οποίο μπορεί να ξυπνήσει συνειδήσεις και να αλλάξει τα πράγματα.
Τι σας ανησυχεί περισσότερο σήμερα στην ελληνική θεατρική σκηνή: η ασφάλεια ή η απουσία ρίσκου;
Υπάρχει μεγάλος πλουραλισμός και αυτό είναι θετικό. Εκείνο που με ανησυχεί περισσότερο είναι η ευκολία με την οποία οι δημιουργοί προσπαθούν να δελεάσουν το κοινό, προσφέροντάς του αυτό που θεωρούν ότι θέλει να δει. Συχνά οι καλλιτέχνες συγχρονίζονται με την ταχύτητα της εποχής και οι αντιστάσεις κάμπτονται. Για παράδειγμα, ένα κλασικό κείμενο «πρέπει» πια να έχει συγκεκριμένη διάρκεια, επειδή οι θεατές έχουν συνηθίσει στους γρήγορους ρυθμούς. Αυτό μου δημιουργεί προβληματισμό για την αποστολή μας ως καλλιτέχνες.
Αν η Βάσσα και οι γυναίκες του «Τρίτου στεφανιού» μιλούσαν σήμερα, ποια αλήθεια θα μας έλεγαν;
Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον η Βάσσα να συνομιλήσει με την Εκάβη και οι δύο είναι μητέρες που έχουν κάνει λάθη. Προτάσσουν την αγάπη για τα παιδιά τους και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Νομίζω ότι θα μας έλεγαν πως η ζωή προχωρά, δεν σταματά πουθενά.
Υπάρχει μήπως και επόμενο θεατρικό πλάνο στα… σκαριά;
Βρίσκομαι αυτήν την περίοδο σε πρόβες για μια παράσταση που θα ανέβει τον Μάρτιο στο Θέατρο 104. Πρόκειται για το «Κολυμπώντας στον αέρα» της Σάρλοτ Τζόουνς, ένα σύγχρονο αγγλικό έργο, πολύ διαφορετικό από τη «Βάσσα». Είναι και πάλι μια γυναικεία ιστορία, με δύο υπέροχες ηθοποιούς, την Πέγκυ Σταθακοπούλου και τη Σίλια Γεωργέλου. Σε αυτή την περίπτωση δεν παίζω, μόνο σκηνοθετώ.
Info: «Βάσσα – Μια μητέρα» του Μαξίμ Γκόρκι, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00, στο θέατρο Arroyo. Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ. Παίζουν οι Π. Αγγελάκη, Α. Κυριαζή, Ξ. Κουτσουμπού, Λ. Λεοντιάδης, Λ. Μελεμέ, Μ. Ποτουρίδου, Α. Σάβγκα, Α. Σπυριδέλης, Σ. Στυλιανού, Κ.Μ. Σαλταούρα.


