Ο μηχανισμός-κλειδί που μπορεί να μειώσει ή και να μηδενίσει τον φόρο, όταν δαπάνες ή αγορές ξεπερνούν τα όρια
Πάνω από 1,5 εκατ. φορολογουμένους «καίνε» κάθε χρόνο τα τεκμήρια διαβίωσης, οδηγώντας σε έξτρα φόρους για εισοδήματα που δεν έχουν αποκτήσει. Από το νέο έτος τα τεκμήρια μειώνονται κατά 30% για κατοικίες, οχήματα και σκάφη, ωστόσο υπάρχουν και ελάχιστα ποσά τεκμηρίων διαβίωσης των 3.000 ευρώ για τους άγαμους και των 5.000 ευρώ για τους έγγαμους ή τους συνάψαντες σύμφωνα συμβίωσης.
Οι φορολογούμενοι έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν στη λεγόμενη «ανάλωση κεφαλαίου», δηλαδή να «σβήσουν» τα τεκμήριά τους με εισοδήματα περασμένων ετών, συμπληρώνοντας τους κωδικούς 787 – 788 στις φορολογικές δηλώσεις. Σε αυτούς συμπληρώνονται τα ποσά του κεφαλαίου που σχημάτισαν από αποταμιεύσεις προηγούμενων (συνεχόμενων) χρόνων.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό-κλειδί που μπορεί να μειώσει ή και να μηδενίσει τον φόρο εισοδήματος σε περιπτώσεις όπου ο φορολογούμενος εμφανίζει περισσότερες δαπάνες, τεκμήρια ή αγορές από τα πραγματικά του εισοδήματα. Με απλά λόγια, είναι το εργαλείο που επιτρέπει σε έναν πολίτη να αποδείξει ότι χρησιμοποιεί χρήματα που είχε συγκεντρώσει σε προηγούμενα έτη -νόμιμα δηλωμένα-, ώστε να καλύψει δαπάνες ή τεκμήρια του σήμερα.
Πώς υπολογίζεται η ανάλωση κεφαλαίου
Ο μηχανισμός αρχίζει από ένα βασικό σημείο: ο φορολογούμενος μπορεί να χρησιμοποιήσει το «υπόλοιπο» χρημάτων που έχει απομείνει από προηγούμενες χρονιές, αρχίζοντας από όσο παλιότερα μπορεί να αποδείξει εισοδήματα. Στην πράξη κάθε φορολογούμενος θα πρέπει να αθροίσει για κάθε έτος που έχει υποβάλει φορολογική δήλωση όλα τα εισοδήματα από μισθούς ή συντάξεις, επιδόματα, ενοίκια, εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα, τόκους καταθέσεων, μερίσματα κ.λπ., τα ποσά από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων (ακίνητα, αυτοκίνητα) ή άλλα εισοδήματα, όπως εφάπαξ παροχές ασφαλιστικών ταμείων, κέρδη από λαχεία, δωρεές, και να προσθέσει τα ποσά των τεκμηρίων διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για κάθε έτος.
Τότε θα έχει πλήρη εικόνα για το ακριβές ποσό της ανάλωσης κεφαλαίου που θα μπορεί να χρησιμοποιήσει. Η διαφορά «έσοδα μείον τεκμήρια» δημιουργεί το διαθέσιμο κεφάλαιο που «περνάει» στο επόμενο έτος. Με αυτόν τον τρόπο ο φορολογούμενος χτίζει χρόνο με τον χρόνο ένα «πορτοφόλι» κεφαλαίου που μπορεί να καταναλώσει όταν το χρειαστεί – δηλαδή όταν σε κάποιο έτος τα τεκμήρια υπερβαίνουν τα πραγματικά του εισοδήματα. Αν, για παράδειγμα, ένας φορολογούμενος δεν έχει ξοδέψει τα προηγούμενα χρόνια συνολικά εισόδημα π.χ. 30.000 ευρώ και φέτος χρησιμοποιήσει τα 5.000 ευρώ για την κάλυψη τεκμηρίων, τότε του χρόνου το υπόλοιπο της ανάλωσης κεφαλαίου μειώνεται στα 25.000 ευρώ.
Πότε εφαρμοζεται
Οι πιο συνηθισμένες περιπτώσεις στις οποίες οι φορολογούμενοι επικαλούνται την ανάλωση κεφαλαίου είναι όταν μένουν άνεργοι για λίγο καιρό ή όταν προχωρούν σε μια σημαντική αγορά, όπως σπιτιού ή αυτοκινήτου. Για παράδειγμα, φορολογούμενος που αγοράζει ένα ακίνητο ή ένα όχημα οφείλει να δικαιολογήσει την προέλευση των χρημάτων. Αν τα χρήματα προέρχονται από παλιότερες αποταμιεύσεις, η ανάλωση καλύπτει το ποσό και αποτρέπει φορολογική επιβάρυνση.
Ενας πολίτης που μένει άνεργος αλλά διαθέτει ένα σπίτι και ένα αυτοκίνητο μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με τεκμήρια που «δείχνουν» εισόδημα χωρίς να έχει πραγματικά έσοδα εκείνη τη χρονιά. Η ανάλωση κεφαλαίου τον προστατεύει, επιτρέποντάς του να χρησιμοποιήσει παλιότερες αποταμιεύσεις για να καλύψει τα τεκμήρια. Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος απέκτησε έσοδο από την πώληση αυτοκινήτου ή κατοικίας, ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κ.λπ., θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο ποσό που θα δηλωθεί στον πίνακα ανάλωσης κεφαλαίου.
Εάν ο φορολογούμενος δεν επικαλεστεί το έτος απόκτησης του περιουσιακού στοιχείου που θεωρούνταν τεκμήριο εκείνη τη χρονιά, θα πρέπει να βάλει μόνο σαν ποσό διάθεσης περιουσιακού στοιχείου τη θετική διαφορά που προκύπτει μεταξύ πώλησης και αγοράς. Εάν ο φορολογούμενος επικαλεστεί στην ανάλωση και το έτος απόκτησης του περιουσιακού στοιχείου που θεωρούνταν τεκμήριο εκείνη τη χρονιά, τότε στον πίνακα της ανάλωσης δεν συμπληρώνει τη διαφορά μεταξύ πώλησης και αγοράς, αλλά τα ποσά ολόκληρα της απόκτησης και της πώλησης του περιουσιακού στοιχείου.
Τέλος, υπάρχει μία σειρά ποσών τα οποία δεν θεωρούνται εισόδημα, αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ο φορολογούμενος για να καλύψει τα τεκμήριά του.
Ενδεικτικά είναι:
■ Κέρδη από τυχερά παιχνίδια.
■ Εφάπαξ από τον ασφαλιστικό φορέα λόγω σύνταξης.
■ Αποζημίωση απόλυσης.
■ Αποζημίωση ασφαλιστικής εταιρίας.
■ Κοινωνικό μέρισμα.
■ Διατροφή που εισπράττει ο ένας σύζυγος από τον άλλον ύστερα από διαζύγιο.
■ Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών.
Τι ισχύει με τις χωριστές δηλώσεις συζύγων
Στις χωριστές δηλώσεις συζύγων δεν δύνανται τα εισοδήματα του ενός συζύγου να καλύψουν τα τεκμήρια του άλλου, καθώς τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης βαρύνουν κάθε σύζυγο ατομικά. Το ελάχιστο ποσό αντικειμενικών δαπανών για κάθε σύζυγο στην περίπτωση χωριστών δηλώσεων είναι 3.000 ευρώ. Οσον αφορά τη δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, δεν μπορεί να γίνει επίκληση εισοδημάτων από τη χωριστή δήλωση του άλλου συζύγου. Σημειώνεται πως στις κοινές δηλώσεις προηγούμενων ετών κάθε σύζυγος μπορεί να επικαλεστεί ανάλωση κεφαλαίου μόνο από τα δικά του εισοδήματα.


