Η (πραγματική) φορολόγηση των εργαζομένων στην Ελλάδα είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ε.Ε.!
Στην προτελευταία θέση της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τους βασικούς δείκτες που καταδεικνύουν την ευμάρεια της κοινωνικής πλειονότητας βρίσκεται η Ελλάδα κι ενώ ο χαμηλός ρυθμός αύξησης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σύντομα θα μας περάσει και η τελευταία Βουλγαρία.
- Από τον Σπύρο Γεράρδη
Οι χαμηλοί μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, σε συνδυασμό με τις ασύλληπτες αυξήσεις στο κόστος στέγασης, έχουν γονατίσει τα ελληνικά νοικοκυριά, ειδικά όσους είναι αναγκασμένοι να ζουν στο νοίκι.
Παράλληλα, παρατηρείται πως ενώ η χώρα τα τελευταία τρίμηνα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της Ε.Ε., ο οποίος αντανακλά κυρίως τη στασιμότητα των μεγάλων οικονομιών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία), ωστόσο, η επίδοση της Ελλάδας υπολείπεται συγκρίσιμων χωρών. Αρκετές εξ αυτών καταγράφουν σαφώς υψηλότερους ρυθμούς, γεγονός που αποκαλύπτει τη σχετική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας.
Τα στοιχεία από την ενδιάμεση έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία είναι αποκαλυπτικά: Το χάσμα στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και Ε.Ε. παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2019 σε 17.210 ευρώ, έναντι 32.270 ευρώ στην Ε.Ε., ενώ το 2024 η απόκλιση παραμένει περίπου στα 14.600 ευρώ. Παρά την ανάκαμψη που σημειώθηκε μετά το 2021, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν περιορίζεται, γεγονός που δείχνει ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν επαρκούν για ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε από 65,5% του μέσου όρου της Ε.Ε. το 2019 σε 68,5% το 2024. Παράλληλα, σε σύγκριση με τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα υπολείπεται χωρών όπως η Τσεχία (90,6%), η Λιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79,0%) και η Πολωνία (78,4%), ενώ συγκρίνεται κυρίως με τη Λετονία (68,4%). Η Ρουμανία (77%) είναι σαφώς σε υψηλότερη θέση από την Ελλάδα, η οποία υπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία (65,9%). Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 2019-2024 η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις τρεις ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας, γεγονός που καταδεικνύει ασθενέστερη δυναμική σύγκλισης.
Οκτώ και πλέον χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και παρά την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας, αν και βελτιωμένες τα τελευταία έτη, συνεχίζουν να απέχουν αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμα πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα, εξαιτίας θεσμικών και αναπτυξιακών εμπλοκών που παρουσιάζει, υπολείπεται σημαντικά ακόμα και έναντι κρατών-μελών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια σειρά κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων.
Η απασχόληση
Ενδεικτικά, το γ’ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 65,6%, επίπεδο 5,7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του μέσου όρου της Ε.Ε. και 8,5 και 0,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του μέσου ποσοστού απασχόλησης στα κράτη της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, αντίστοιχα. Το ίδιο διάστημα το ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, αν και μειώθηκε στο 11,6%, παρέμεινε αρκετά υψηλότερο έναντι του μέσου ποσοστού των κρατών-μελών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και της Βαλκανικής (8%).
Επιπλέον, το 2024 το ποσοστό των απασχολουμένων στους κλάδους της βιομηχανίας διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 12,2%, οριακά αυξημένο σε σχέση με το 2019, αλλά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του 2009. Συγκρινόμενη με την αντίστοιχη στα υπόλοιπα υπό εξέταση κράτη-μέλη της Ε.Ε., η επίδοση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό.
Ειδικότερα, στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης το αντίστοιχο μέσο ποσοστό ήταν 23,2%, στις οικονομίες των Βαλκανίων 21,6%, ενώ στις χώρες της περιφέρειας (Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία) 17,3%. Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίζονται και όσον αφορά το ποσοστό όσων εργάζονται σε κλάδους της μεταποίησης υψηλής και μέσης προς υψηλή τεχνολογίας, καθώς και ευρύτερα σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
Οι εργένηδες δαπανούν το 51% του εισοδήματος μόνο για στέγαση
Το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα ανερχόταν το 2024 στο 35,5%, ποσοστό μειωμένο συγκριτικά με το 2019, με διαφορά όμως το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην Ελλάδα δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τα τετραμελή νοικοκυριά (δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα παιδιά) δαπανούσαν το 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Οι επιδόσεις αυτές αποτελούν τις χειρότερες μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε.
Συνολικά το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε το 2024 σε νοικοκυριά με το στεγαστικό κόστος να είναι μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους ανερχόταν στο 28,9% (έναντι 36,2% το 2019), παραμένοντας το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Επιπρόσθετα, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης. Ενδεικτικά το 2024 για τα άτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην Ε.Ε.), ενώ για τα πλουσιότερα άτομα στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην Ε.Ε.).
Μείωση του μέσου ετήσιου μισθού σε όρους αγοραστικής δύναμης από το 2019
Σημαντικές, όμως, είναι και οι αποκλίσεις που αφορούν τις αποδοχές των εργαζομένων. Ειδικότερα ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην Ε.Ε.), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμα χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην Ε.Ε.).
Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική, αν σταθμίζουμε τις συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της περιφέρειας 20,4.
Σημειώνεται ότι οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας καλύπτουν σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, το 2024 στους κλάδους της βιομηχανίας (πλην κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της περιφέρειας 21,4.
Επίσης, το ίδιο έτος στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της περιφέρειας. Σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις παρατηρούνται ακόμα και σε κλάδους στους οποίους η χώρα μας εμφανίζει σχετικά υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης, όπως το χονδρικό και λιανικό εμπόριο και οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης.
«Αργυρό» μετάλλιο στην (πραγματική) φορολογία
Ακόμα μία έρευνα γκρεμίζει το κυβερνητικό αφήγημα περί ανάπτυξης και φορολογικής ανάσας που έχουν δώσει μέτρα στήριξης της ΔΕΘ. Νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) παρουσιάζει πως η πραγματική φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα είναι η δεύτερη υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ υψηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο είναι και η φορολόγηση της κατανάλωσης.
Η ανάλυση βασίζεται στα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat. Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής της εργασίας -που περιλαμβάνει τον φόρο εισοδήματος και τις ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών- διαμορφώθηκε στο 40,5% στην Ελλάδα το 2023, ελαφρά υψηλότερα από το 40,2% του 2019. Ο συντελεστής αυτός είναι ο δεύτερος υψηλότερος μετά την Ιταλία, ενώ είναι υψηλότερος κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον μέσο όρο των 27 χωρών της Ε.Ε. και αποτυπώνει μια διαρθρωτική μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης στην εργασία σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.
Αντίστοιχα, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση ανήλθε το 2023 στο 17,8%, επίπεδο κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της Ενωσης, ωστόσο η σύγκριση με το 2009 καταδεικνύει μια σαφή μετακίνηση από καθεστώς χαμηλής φορολόγησης της κατανάλωσης σε καθεστώς υψηλότερης και παγιωμένης επιβάρυνσης.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι, παρά τις μειώσεις ονομαστικών φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών μετά το 2019, η συνολική πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει υψηλή, κυρίως λόγω του πληθωρισμού και της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας, η οποία οδηγεί στο φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης, που μετακινεί φορολογουμένους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης.
Λύση η τιμαριθμοποίηση
Τα πρόσφατα μέτρα αναμόρφωσης της φορολογικής κλίμακας που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ και ισχύουν από φέτος «αντιμετωπίζουν εν μέρει το πρόβλημα της υψηλής φορολόγησης της εργασίας που αναλύθηκε, ωστόσο μια πιο ουσιαστική και διαρθρωτική λύση θα απαιτούσε την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και περαιτέρω μείωση της προοδευτικότητας, ιδίως στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια», σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ.
Παρότι η μεταφορά του ανώτατου φορολογικού συντελεστή 44% από τα 40.000 στα 60.000 ευρώ το 2026 περιορίζει εν μέρει το πρόβλημα, η συνολική επιβάρυνση παραμένει υψηλή, παρότι η Ελλάδα κατατάσσεται περίπου στο μέσο των ευρωπαϊκών οικονομιών ως προς το ύψος του ανώτατου οριακού φορολογικού συντελεστή εισοδήματος το 2025.
Ωστόσο, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, ο συγκεκριμένος συντελεστής εφαρμόζεται από σχετικά χαμηλό επίπεδο εισοδήματος, γεγονός που σημαίνει ότι φορολογούμενοι με εισοδήματα που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ιδιαίτερα υψηλά εισέρχονται νωρίς στο ανώτατο φορολογικό κλιμάκιο. Το γεγονός ότι ο ανώτατος συντελεστής ενεργοποιείται ήδη στα 60.000 ευρώ, σε συνδυασμό με τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, ακόμη και μετά τις μειώσεις τους, διατηρεί ισχυρά αντικίνητρα για την προσέλκυση και την παραμονή ανώτερων στελεχών υψηλής παραγωγικότητας στην Ελλάδα, σημειώνει η μελέτη.


