Πώς μία «κακή τράπεζα» μάζεψε όλα τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια και με κρατική εντολή έδωσε λύση στο πρόβλημα, βγάζοντας στην αγορά 50.000 φτηνές κατοικίες
Σε αντίθεση με όσα έγιναν και γίνονται στην Ελλάδα, η Ισπανία -ως χώρα που αντιμετώπισε από τις πρώτες ένα μεγάλο κύμα εξώσεων- χρησιμοποίησε τα «κόκκινα» δάνεια για να αντιμετωπίσει τη στεγαστική κρίση.
Με λίγα λόγια, σύστησε κρατικό φορέα/κρατική εταιρία στέγασης και δρομολόγησε να διαθέσει έως 50.000 κατοικίες από την «κακή τράπεζα» (Sareb) στην κοινωνική/ προσιτή μίσθωση, την ώρα που στην Ελλάδα όχι μόνο καταργήθηκε ο ΟΕΚ, το 2012, και αφέθηκε η στέγαση να γίνει πεδίο κερδοσκοπίας, αλλά ακόμη και σήμερα, επτά χρόνια μετά την έξοδο από τα Μνημόνια, η κυβέρνηση αρνείται να τον επανασυστήσει και σπαταλά δισεκατομμύρια ευρώ σε λύσεις που, αντί να ρίξουν τις τιμές, τις αυξάνουν!
Στην Ισπανία, η Sareb (bad bank) δημιουργήθηκε το 2012 για να αναλάβει από τις τράπεζες τα «τοξικά» στεγαστικά δάνεια και ακίνητα, με κρατική εγγύηση στα ομόλογά της. Ενώ νομικά εμφανιζόταν ως μεικτή εταιρία με ιδιωτική πλειοψηφία, στην πράξη το ρίσκο και οι ζημιές της ήταν δημόσιες. Το 2021 η Eurostat αποφάσισε ότι το χρέος της Sareb -περίπου 34-35 δισ. ευρώ- πρέπει να ενταχθεί στο επίσημο δημόσιο χρέος της Ισπανίας, αυξάνοντας τον λόγο χρέους/ΑΕΠ κατά περίπου 3 ποσοστιαίες μονάδες. Το 2022, με ειδική νομοθεσία, το κράτος απέκτησε πλειοψηφικό έλεγχο (FROB ≥50,14%) και η Sareb αναγνωρίστηκε de facto ως δημόσιος φορέας.
Την ίδια στιγμή η ισπανική κυβέρνηση αποφάσισε να κινητοποιήσει έως 50.000 κατοικίες της Sareb για κοινωνική και προσιτή μίσθωση, κατανέμοντάς τις σε: πωλήσεις σε περιφέρειες/δήμους, απευθείας κοινωνικές μισθώσεις και ΣΔΙΤ πάνω σε δημόσια οικόπεδα. Με απλά λόγια: το δημόσιο, το οποίο ήδη επιβαρύνθηκε με το χρέος της διάσωσης, επιλέγει να μετατρέψει ένα μέρος αυτής της ζημιάς σε δημόσιο απόθεμα κατοικίας.
Τι είναι η Casa 47
Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε η Casa 47, μετασχηματισμός του φορέα γης SEPES σε «Κρατικό Φορέα Κατοικίας και Γης» – Entidad Estatal de Vivienda y Suelo, υπό το υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ατζέντας.
Η Casa 47:
■ μελετά και υλοποιεί πολεοδομικές παρεμβάσεις και αναπλάσεις,
■ αναλαμβάνει τη δημιουργία και διαχείριση μόνιμου δημόσιου αποθέματος προσιτής ενοικιαζόμενης κατοικίας,
■ αξιοποιεί μέρος των ακινήτων της Sareb (πάνω από 40.000 κατοικίες και 2.400 οικόπεδα) ως μια πρώτη βάση για κοινωνική και προσιτή μίσθωση.
Η χρηματοδότησή της στηρίζεται σε:
■ 13 δισ. ευρώ σε 10 χρόνια για την κρατική εταιρία κατοικίας,
■ 7 δισ. ευρώ στον Κρατικό Στεγαστικό Σχεδιασμό 2026-2030 για δημόσια στέγαση, ανακαινίσεις και επιδοτήσεις, με 60% συμμετοχή του κεντρικού κράτους και 40% των περιφερειών.
«Ασπίδα» στα νοικοκυριά
Η Casa 47 εφαρμόζει ένα σαφές, αλλά κοινωνικά στοχευμένο πλαίσιο:
■ Εισόδημα: δικαιούχοι είναι νοικοκυριά με εισόδημα περίπου 2-7,5 × IPREM, δηλαδή γύρω στα 16.800-63.000 ευρώ ετησίως για όλη τη μονάδα συμβίωσης ανά νοικοκυριό.
■ Περιουσία: συνήθως απαγορεύεται η κατοχή άλλης κατοικίας (με ορισμένες εξαιρέσεις) και μπαίνουν όρια σε καταθέσεις/επενδύσεις.
■ Χρέη-μοριοδότηση: απαιτείται ενήμερη σχέση με εφορία/κοινωνική ασφάλιση, ενώ ακολουθεί μοριοδότηση με βάση χαμηλότερο εισόδημα, μέγεθος νοικοκυριού, παιδιά, αναπηρία, μονογονεϊκές οικογένειες, χρόνια διαμονής στην περιοχή, στεγαστική ανάγκη.
■ Συμβόλαια: τα μισθωτήρια είναι μακράς διάρκειας – 14 χρόνια αρχικά, με ανανεώσεις ανά 7ετία, μέχρι έως 75 χρόνια συνολικά, εφόσον συνεχίζουν να πληρούνται τα κριτήρια.
«Επιτακτική η σύσταση νέου ΟΕΚ και Ειδικού Ταμείου Προσιτής Στέγασης»
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τέως ΟΕΕ-ΟΕΚ, που εκπόνησε τη σχετική μελέτη, ζητεί επιτακτικά την επανασύσταση του οργανισμού, ο οποίος υπήρξε ο βασικός φορέας στέγασης του 20ού αιώνα στην Ελλάδα: συνέβαλε στην επίλυση του στεγαστικού για περίπου 700.000 οικογένειες, μέσω νέων κατοικιών και δανείων, και κατασκεύασε πάνω από 50.000 κατοικίες. Τη δεκαετία πριν από την κατάργησή του κατασκεύαζε περί τις 1.500 νέες κατοικίες ετησίως, φτάνοντας πάνω από 2.100 το 2009.
Η χρηματοδότηση του ΟΕΚ ανερχόταν σε περίπου 500 εκατ. ευρώ ετησίως για στεγαστικά προγράμματα, χωρίς επιβάρυνση του Κρατικού Προϋπολογισμού, καθώς προερχόταν από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών. Μετά την κατάργησή του το 2012, δημιουργήθηκε χρηματοδοτικό κενό περίπου 6,5 δισ. ευρώ σε στεγαστικά προγράμματα μέχρι το 2025. Η απουσία ΟΕΚ είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η Ελλάδα έχει σήμερα λιγότερο από 1% κοινωνική κατοικία, όταν άλλες ευρωπαϊκές χώρες φτάνουν το 20%-30%.
Η μελέτη προτείνει τη δημιουργία ενός Ειδικού Ταμείου Προσιτής Στέγασης, με ετήσιο προϋπολογισμό 3,2 δισ. ευρώ, που συντίθεται από:
■ 0,7 δισ. € από Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων,
■ 0,8 δισ. € από ευρωπαϊκά κονδύλια (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΤΕπ κ.ά.),
■ 0,2 δισ. € από αποθεματικά ΟΕΚ και ροές αποπληρωμής δανείων/παραχωρητηρίων,
■ 0,7 δισ. € από Νέο Φόρο Στέγασης σε μεγάλες περιουσίες και υψηλά εισοδήματα,
■ 0,3 δισ. € από Νέο Φόρο Τραπεζών,
■ 0,2 δισ. € από φορολόγηση βραχυχρόνιων μισθώσεων,
■ 0,1 δισ. € από φόρους Golden Visa,
■ 0,2 δισ. € από φόρο κλειστών ακινήτων.
Προτείνουν, λοιπόν, ο φορέας υλοποίησης να είναι ένας Νέος ΟΕΚ – Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής και Προσιτής Κατοικίας, που:
■ θα αναλάβει όλη την πολιτική κοινωνικής/προσιτής κατοικίας,
■ θα διαχειρίζεται τα αποθεματικά και τις ροές των παλιών στεγαστικών προγραμμάτων (περίπου 1,5 δισ. αποθεματικά – δόσεις δανείων – εργατικών κατοικιών) και την ακίνητη περιουσία του ΟΕΚ και του Δημοσίου,
■ θα υλοποιεί τα προγράμματα που περιγράφονται στη μελέτη (κοινωνική κατοικία, επιδότηση ενοικίου, προγράμματα ανακαίνισης/επισκευής/αποπεράτωσης, Housing First, αξιοποίηση κλειστών κατοικιών).

