Ξεκαθαρίστηκε το τοπίο των επιτοκίων της Ευρωζώνης
Με την πάγια τακτική της αναμονής και την προσήλωση στην αρχή της «συνεδρίασης ανά συνεδρίαση» προσήλθε η Κριστίν Λαγκάρντ μετά την τελευταία συνάντηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη Φρανκφούρτη, ξεκαθαρίζοντας πως το τοπίο των επιτοκίων θα παραμείνει αμετάβλητο όσο ο πληθωρισμός διατηρείται στη ζώνη του 2%.
Η επικεφαλής της ΕΚΤ έστειλε ένα πολύ συγκεκριμένο μήνυμα προς όλο το φάσμα της οικονομίας από τους δανειολήπτες και τους καταθέτες μέχρι τους αναλυτές, υπογραμμίζοντας ότι η τρέχουσα νομισματική πολιτική δεν πρόκειται να ανατραπεί, παρά τις εξωτερικές πιέσεις.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές που γνωρίζουν το παρασκήνιο των διαβουλεύσεων, η ΕΚΤ δεν προτίθεται να προχωρήσει σε καμία κίνηση τους επόμενους μήνες, εκτός εάν υπάρξει δραματική επιδείνωση των μακροοικονομικών μεγεθών.
Παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη κατέγραψε υποχώρηση στο 1,7% τον Ιανουάριο, από 2% τον Δεκέμβριο, η κεντρική τράπεζα θεωρεί ότι μόνο μια ενδεχόμενη «ελεύθερη πτώση» του δείκτη θα μπορούσε να δημιουργήσει το δίλημμα μιας πρόωρης μείωσης των επιτοκίων. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να πυροδοτηθεί είτε από ένα ισχυρό πλήγμα στην ευρωπαϊκή οικονομία λόγω των αυξημένων αμερικανικών δασμών, είτε από τη σημαντική αποδυνάμωση των εξαγωγών εξαιτίας της ανατίμησης του ευρώ.
Η ισχύς του κοινού νομίσματος, το οποίο σήμερα κινείται στα 1,18 δολάρια με προοπτική να αγγίξει ακόμη και το 1,22, βρίσκεται υπό στενή παρακολούθηση. Παρότι το ισχυρό ευρώ βοηθά στη συγκράτηση του πληθωρισμού, η διοίκηση της ΕΚΤ ανησυχεί για τις μεσοπρόθεσμες παρενέργειες στην ανάπτυξη, η οποία για το 2025 παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα, κοντά στο 1,5%.
Η αβεβαιότητα επιτείνεται από τη δυσκολία ακριβούς αποτίμησης της εμπορικής πολιτικής των ΗΠΑ. Αν και τα στοιχεία του εννεαμήνου του 2025 έδειξαν αύξηση των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ κατά 9,4%, με τις ελληνικές εξαγωγές να ενισχύονται κατά 1,7%, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η άνοδος αυτή είναι εν πολλοίς τεχνητή.
Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι οι επιχειρήσεις έσπευσαν να επισπεύσουν τις παραδόσεις εμπορευμάτων προκειμένου να προλάβουν την εφαρμογή των δασμών, γεγονός που καθιστά τα τρέχοντα στατιστικά στοιχεία μη αντιπροσωπευτικά για το μέλλον. Υπό αυτό το πρίσμα, το επιτελείο της Φρανκφούρτης επιλέγει τη στρατηγική της «προσεκτικής αναμονής», αποφεύγοντας οποιαδήποτε δέσμευση που θα περιόριζε τα περιθώρια ελιγμών της, την ώρα που η ευρωπαϊκή οικονομία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στον έλεγχο των τιμών και τις διεθνείς εμπορικές προκλήσεις.


