Σχεδόν άτοκες οι μηνιαίες δόσεις! Αναλυτικά παραδείγματα μετά την απόφαση-σταθμό του Αρείου Πάγου
Μεγάλες μειώσεις στις δόσεις που καταβάλλουν κάθε μήνα σε τράπεζες και servicers αναμένεται να δουν άμεσα οι δανειολήπτες που έχουν ενταχθεί στον νόμο Κατσέλη. Η απόφαση του Αρείου Πάγου, που έχει ανάψει φωτιές τόσο στις τράπεζες και τα funds όσο και στην κυβέρνηση, αφορά από 200.000 έως και 350.000 δανειολήπτες και περίπου 50.000 δάνεια.
Ο υπολογισμός των τόκων επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου, όπως αποφάσισε ο Αρειος Πάγος, φέρνει μεγάλες διαφορές στη μηνιαία δόση που καταβάλλουν οι δανειολήπτες, καθιστώντας το δάνειο σχεδόν άτοκο. Αυτή μάλιστα είναι και η λογική των δικαστών: ότι, δηλαδή, ένας ευάλωτος πολίτης που κατέφυγε στον νόμο Κατσέλη και εντάχθηκε σε αυτόν θα πρέπει να συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως ευάλωτος και στο ζήτημα των τραπεζικών τόκων.
Στην πράξη η απόφαση έβαλε «φρένο» στις τακτικές των funds, που θεωρούσαν πως θα αποκομίζουν το μέγιστο κέρδος από τους οφειλέτες, παρά το γεγονός πως είχαν αποκτήσει τα «πακέτα» των «κόκκινων» δανείων σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές. Τράπεζες και funds πάτησαν πάνω σε μια ασάφεια του Ν. Κατσέλη, καθώς δεν όριζε ακριβώς τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, ότι εκδικαζόταν η υπόθεση προσφυγής στη νομοθεσία, θεωρώντας (όπως αποδείχθηκε) πως δικαστική ρύθμιση είναι «νέο δάνειο» και όχι ένας αναγκαστικός διακανονισμός με τη βούλα της Δικαιοσύνης.
Τεράστιες διαφορές
Ενας πρόχειρος υπολογισμός δανείων με το καθεστώς που εφαρμόζουν τα funds και οι τράπεζες έναντι των όσων αποφάσισε ο Αρειος Πάγος οδηγεί σε τεράστιες αποκλίσεις στις μηνιαίες δόσεις. Για μια οφειλή ύψους 100.000 ευρώ με επιτόκιο 3%, ο ετήσιος τόκος επί του κεφαλαίου ανέρχεται σε 3.000 ευρώ ή σε 250 ευρώ τον μήνα. Με τον νέο τρόπο υπολογισμού επί της μηνιαίας δόσης (π.χ., μηνιαία δόση 500 ευρώ), η επιβάρυνση περιορίζεται μόλις στα 15 ευρώ τον μήνα, καθιστώντας το δάνειο σχεδόν άτοκο.
Αντίστοιχα, για ένα δάνειο 120.000 ευρώ με επιτόκιο 4,5% και διάρκεια τα 20 έτη, ο δανειολήπτης πληρώνει σήμερα 767 ευρώ. Μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου η δόση μειώνεται στα 522,5 ευρώ. Δηλαδή, ο συγκεκριμένος δανειολήπτης κερδίζει 244,5 ευρώ τον μήνα ή σχεδόν 3.000 ευρώ τον χρόνο. Για υψηλότερο ποσό δανείου 150.000 ευρώ με επιτόκιο 5% και διάρκεια τα 25 έτη, η μηνιαία δόση με τους τόκους μειώνεται από τα 887 ευρώ σήμερα στα 525 ευρώ. Ο δανειολήπτης θα έχει κέρδος, δηλαδή, σχεδόν 362 ευρώ τον μήνα μόνο από τους τόκους ή ετήσιο όφελος 4.344 ευρώ.
Με αυτόν τον τρόπο ελαφρύνονται σημαντικά οι πραγματικοί ευάλωτοι δανειολήπτες που προστατεύονται από τον νόμο Κατσέλη και σίγουρα βρίσκονται σε καλύτερη… μοίρα από τους ευάλωτους που ρυθμίζουν τα χρέη τους στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Εκεί οι ρυθμίσεις πραγματοποιούνται με επιτόκιο κοντά στο 3%, οπότε η δόση του νόμου Κατσέλη καθίσταται αρκετά χαμηλότερη.
Αυτή ακριβώς είναι και μία από τις μεγάλες ανησυχίες του οικονομικού επιτελείου και των τραπεζών. Η δικαίωση των δανειοληπτών του νόμου Κατσέλη από τον Αρειο Πάγο εκτιμάται πως θα «ξεσηκώσει» και άλλους ευάλωτους δανειολήπτες, όπως εκείνους στον εξωδικαστικό. Από τη στιγμή που χαρακτηρίζονται ευάλωτοι θα πρέπει να πληρώνουν πολύ χαμηλό επιτόκιο, αφού σκοπός της ένταξής τους σε πτωχευτικό νόμο (όπως τον Κατσέλη) ή στον εξωδικαστικό είναι η αποπληρωμή του χρέους με βάση τις τρέχουσες οικονομικές τους δυνατότητες και όχι να ξανακυλήσουν στον δρόμο των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
«Κόκκινος συναγερμός»
Παρότι η απόφαση του Αρείου Πάγου αναμένεται να καθαρογραφεί μέσα στον επόμενο μήνα, ώστε να υπάρχει μια πλήρης εικόνα για τις παραμέτρους και το εύρος της απόφασης, ήδη έχει σημάνει «κόκκινος συναγερμός» στην κυβέρνηση. Και αυτό γιατί μπορεί να έλεγε πως έως σήμερα μια τέτοια απόφαση δεν θα είχε δημοσιονομικό κόστος, τώρα προβάλλεται πως θα μπορεί να αγγίξει και το 1 δισ. ευρώ.
Για την ακρίβεια αυτό το κοστολόγιο παρουσίασαν οι servicers ως μέτρο πίεσης για ανατροπή της ιστορικής απόφασης υπέρ των δανειοληπτών. Ωστόσο, η ανησυχία του οικονομικού επιτελείου είναι κάτι παραπάνω από έντονη και ακούει στο όνομα: πρόγραμμα «Ηρακλής». Πρόκειται για το πρόγραμμα με το οποίο τιτλοποιήθηκαν τα προβληματικά δάνεια των πολιτών, μεταφέρθηκαν σε «ειδικά οχήματα» και εκδόθηκαν ομόλογα τριών κατηγοριών: senior, junior και mezzanine.
Το Δημόσιο εγγυήθηκε μόνο τα λεγόμενα senior bonds, τα πιο «ασφαλή» ομόλογα, που πληρώνονται πρώτα από τις εισπράξεις των δανείων. Η βασική υπόθεση πάνω στην οποία χτίστηκε το σχήμα ήταν απλή: ότι οι εταιρίες διαχείρισης θα καταφέρουν, μέσω ρυθμίσεων και πλειστηριασμών, να ανακτήσουν συγκεκριμένα ποσά μέσα σε ορισμένα χρόνια.
Κάθε τιτλοποίηση έχει στόχους εισπράξεων. Αν οι εισπράξεις υπολείπονται για μεγάλο διάστημα, αρχίζουν να «τρώνε» τα αποθέματα ασφαλείας που έχουν προβλεφθεί για να προστατεύουν τα senior ομόλογα. Πρώτα απορροφούν ζημιές τα πιο ριψοκίνδυνα ομόλογα (junior και mezzanine). Αν όμως η υστέρηση συνεχιστεί -για παράδειγμα επειδή χιλιάδες υποθέσεις Κατσέλη πληρώσουν χαμηλότερους τόκους ή ακόμα και αν η απόφαση μιλά για αναδρομική ρύθμιση-, τότε η πίεση μεταφέρεται σταδιακά προς τα senior ομόλογα.
Οι οίκοι αξιολόγησης
Και σε αυτό το σημείο μπαίνουν στο κάδρο οι οίκοι αξιολόγησης. Παρακολουθούν αν οι πραγματικές εισπράξεις συμβαδίζουν με τα αρχικά επιχειρησιακά σχέδια και αν διαπιστώσουν μόνιμη απόκλιση, προχωρούν σε υποβαθμίσεις των ομολόγων που έχουν δοθεί με εγγύηση του Δημοσίου. Η υποβάθμιση δεν σημαίνει άμεση πληρωμή από το Δημόσιο, αλλά αποτελεί καμπανάκι ότι αυξάνεται ο κίνδυνος.
Οι κρατικές εγγυήσεις ενεργοποιούνται μόνο στο τελικό στάδιο: όταν δεν υπάρχουν επαρκή έσοδα για να πληρωθούν τόκοι ή κεφάλαιο των senior ομολόγων στις προβλεπόμενες ημερομηνίες. Τότε το Δημόσιο καλύπτει τη διαφορά. Με απλά λόγια, ο κίνδυνος μεταφέρεται από τις τράπεζες στον κρατικό Προϋπολογισμό.
Ποιος θα πληρώσει τη «ζημιά» των funds
Σε κάθε περίπτωση, το μάρμαρο των διαχρονικών λαθών θα το πληρώσουν για ακόμα μία φορά οι φορολογούμενοι. Ακόμα και αν οι τράπεζες, οι servicers και τα funds εκμεταλλεύτηκαν το «γκρίζο» τοπίο του νόμου και τώρα διαμαρτύρονται που έχασαν τη δίκη, σε κάθε περίπτωση δεν θα βγουν ζημιωμένες. Η ζημιά δεν θα μείνει στους ισολογισμούς των τραπεζών ούτε στα χαρτοφυλάκια των funds. Αν το κόστος αποδειχθεί σημαντικό, το βάρος θα μεταφερθεί στον Προϋπολογισμό. Ακόμα και αν δεν συμβεί αυτό, θα επηρεαστούν οι μελλοντικές χορηγήσεις δανείων: η δανειοδότηση θα γίνεται με αυστηρότερα κριτήρια και με υψηλότερα επιτόκια.


