Πώς το κράτος ωφελείται από την ακρίβεια αφού συνεχίζει να εισπράττει τεράστια ποσά και από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και τον ΦΠΑ
Μία από τις πιο «αποδοτικές» πηγές εσόδων για το Ελληνικό Δημόσιο αποτελεί εδώ και χρόνια ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα. Κάθε λίτρο βενζίνης ή diesel που καταναλώνεται στη χώρα επιβαρύνεται με έναν σταθερό φόρο, ο οποίος προστίθεται στην τιμή του καυσίμου πριν ακόμη υπολογιστεί ο ΦΠΑ. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι Ελληνες οδηγοί πληρώνουν φόρο πάνω στον φόρο, με αποτέλεσμα ένα σημαντικό μέρος της τελικής τιμής στην αντλία να καταλήγει απευθείας στα κρατικά ταμεία.
Τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά το ξέσπασμα της ενεργειακής κρίσης και την εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου, τα έσοδα από τη φορολόγηση των καυσίμων αυξήθηκαν αισθητά. Παρά τις κατά καιρούς διακυμάνσεις στην κατανάλωση, η υψηλή τιμή της βενζίνης και του diesel σημαίνει ότι το κράτος συνεχίζει να εισπράττει τεράστια ποσά από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και τον ΦΠΑ που επιβάλλεται πάνω σε αυτόν. Πρόκειται για δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, τα οποία αποτελούν έναν από τους πιο σταθερούς πυλώνες του Κρατικού Προϋπολογισμού, δημιουργώντας ακόμα μεγαλύτερα «ματωμένα» πλεονάσματα.
Πιο αναλυτικά:
• Το 2022 τα έσοδα από του ΕΦΚ (βενζίνη, diesel, πετρέλαιο θέρμανσης και υγραέριο) διαμορφώθηκαν στα 3,98 δισ. ευρώ.
• Το 2023 στα 3,96 δισ. ευρώ.
• Το 2024 στα 3,88 δισ. ευρώ.
• Το 2025 στα 3,86 δισ. ευρώ.
• Φέτος εκτιμάται στα 4 δισ. ευρώ.
Ενα μέρος αυτών των εσόδων αξιοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια για τη χρηματοδότηση μέτρων στήριξης απέναντι στην ακρίβεια. Η κυβέρνηση προχώρησε σε επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος, σε προγράμματα ενίσχυσης για τα καύσιμα και σε άλλες παρεμβάσεις που παρουσιάστηκαν ως «ασπίδα» για τα νοικοκυριά απέναντι στο κύμα ανατιμήσεων. Ωστόσο, τα ποσά που επέστρεψαν στην κοινωνία αντιστοιχούν μόνο σε ένα μικρό τμήμα των συνολικών εισπράξεων που προκύπτουν από τη βαριά φορολόγηση των καυσίμων.
Πανάκριβα
Αξίζει να σημειωθεί πως η Ελλάδα έχει πολύ υψηλή εξάρτηση από τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους, καταλαμβάνοντας την 5η θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Συγκεκριμένα, αντλεί περίπου 40,7% των συνολικών φορολογικών της εσόδων από φόρους κατανάλωσης, με το 22,5% να προέρχεται από τον ΦΠΑ και το 18,2% από ειδικούς φόρους κατανάλωσης (καύσιμα, καπνός κ.λπ.), ενώ ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 31,3%.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι καταναλωτές συνεχίζουν να πληρώνουν από τις υψηλότερες τιμές καυσίμων στην Ευρώπη, όχι μόνο λόγω των διεθνών τιμών του πετρελαίου, αλλά κυρίως εξαιτίας της φορολογικής επιβάρυνσης. Σε κάθε λίτρο βενζίνης ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της τιμής αφορά φόρους. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις για μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, η κυβέρνηση δεν προχώρησε σε ουσιαστική παρέμβαση, επιλέγοντας αντίθετα να διατηρήσει το υφιστάμενο επίπεδο φορολόγησης. Στην Ελλάδα ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στη βενζίνη ανέρχεται σχεδόν σε 0,71 ευρώ ανά λίτρο ή 713 ευρώ ανά χιλιόλιτρο βενζίνης και είναι ένας από τους υψηλότερους στην Ευρώπη.
Η επιλογή αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς πολλοί υποστηρίζουν ότι το κράτος ουσιαστικά επωφελείται από την ακρίβεια. Οσο οι τιμές των καυσίμων παραμένουν υψηλές τόσο αυξάνονται τα φορολογικά έσοδα που εισρέουν στον Προϋπολογισμό. Με άλλα λόγια, η ίδια η κρίση που πιέζει τα νοικοκυριά μετατρέπεται ταυτόχρονα σε πηγή δημοσιονομικής ενίσχυσης για το κράτος.
«H ακρίβεια που βιώνουν σήμερα οι Ελληνες πολίτες δεν οφείλεται σε τόσο μεγάλο βαθμό στις διεθνείς εξελίξεις. Σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό είναι αποτέλεσμα των κυβερνητικών επιλογών και της υψηλής φορολογίας που συνεχίζει να επιβάλλει η σοσιαλιστική μας κυβέρνηση. Αλλά φυσικά τη δική του “αισχροκέρδεια” δεν την αναφέρει ποτέ ο κ. Μητσοτάκης» τονίζει, μεταξύ άλλων, σε ανακοίνωσή της η πρόεδρος της Φωνής Λογικής, Αφροδίτη Λατινοπούλου.


