Την ώρα που η κυβέρνηση σπεύδει να εξοφλήσει πρόωρα δάνεια δεκαετιών, η πραγματική οικονομία παλεύει με την έλλειψη ρευστότητας και την ακρίβεια.
Σε έναν παράλληλο κόσμο, όπου οι λογιστικοί δείκτες ευημερούν πάνω από τις ανάγκες των πολιτών, το οικονομικό επιτελείο ετοιμάζεται για ακόμα ένα «σόου» αξιοπιστίας στις διεθνείς αγορές. Στις 15 Ιουνίου, η Ελλάδα θα αποπληρώσει πρόωρα 7 δισεκατομμύρια ευρώ για χρέη που κανονικά λήγουν το… 2041.
Η κυβέρνηση βαφτίζει την κίνηση αυτή ως «θωράκιση», όμως για την αγορά και τα νοικοκυριά η ανάγνωση είναι διαφορετική: τεράστια ποσά που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη και το εισόδημα, «θυσιάζονται» για να βελτιωθεί το προφίλ της χώρας στα μάτια των δανειστών.
Το κυνήγι των εντυπώσεων
Η επιλογή της πρόωρης εξόφλησης δεν είναι τίποτα άλλο από μια προσπάθεια εντυπωσιασμού των οίκων αξιολόγησης. Με το βλέμμα στραμμένο στο Παρίσι και τις διεθνείς αγορές, ο ΟΔΔΗΧ υπόσχεται εξοικονόμηση 90-100 εκατ. ευρώ από τόκους. Ένα ποσό που φαντάζει ως σταγόνα στον ωκεανό, όταν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αδυνατούν να βρουν ρευστότητα και το κόστος ζωής καλπάζει.
Στατιστική ευημερία, κοινωνική ασφυξία
Το αφήγημα ότι το 2026 το χρέος θα επιστρέψει στα επίπεδα του 2009 (138,2% του ΑΕΠ) μπορεί να ακούγεται ωραίο στις εκθέσεις των Βρυξελλών, αλλά στην πράξη συνθέτει μια εικόνα «στεγνής» δημοσιονομικής πολιτικής.
• Η κυβέρνηση επιλέγει να μειώσει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ με ρυθμούς-ρεκόρ, αντί να διοχετεύσει κεφάλαια στην παραγωγή.
• Οι «θυσίες» των πολιτών μετατρέπονται σε πρόωρες δόσεις δανείων, την ώρα που οι υποδομές και η κοινωνική πρόνοια παραμένουν στο περιθώριο.
Μετά από 29 δισ. ευρώ πρόωρων αποπληρωμών τα τελευταία χρόνια, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Πότε θα σταματήσει η χώρα να λειτουργεί ως «πρότυπος οφειλέτης» και πότε θα αρχίσει να λειτουργεί ως μια οικονομία που επενδύει στους ανθρώπους της; Η εμμονή στην πτώση του χρέους κάτω από το 120% μέχρι το 2029 μοιάζει με αυτοσκοπό, που αφήνει την πραγματική οικονομία στην τύχη της.


