Στο 2,1% διαμορφώθηκε ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2025, σύμφωνα με τη δεύτερη εκτίμηση των Ετήσιων Εθνικών Λογαριασμών που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Η νέα εκτίμηση επιβεβαιώνει τον ρυθμό μεγέθυνσης που είχε ανακοινωθεί τον Μάρτιο, παρά τις αναθεωρήσεις στα επιμέρους στοιχεία της οικονομικής δραστηριότητας.
Σε τρέχουσες τιμές, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) ανήλθε στα 249,73 δισ. ευρώ, έναντι 237,71 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας ονομαστική αύξηση κατά 5,1%. Σε πραγματικούς όρους, δηλαδή με βάση τις σταθερές τιμές του 2020, το ΑΕΠ διαμορφώθηκε στα 204,38 δισ. ευρώ, από 200,26 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος.
Ωστόσο, αυτή η ανάπτυξη δεν μεταφράστηκε σε καλύτερους όρους για τα ελληνικά νοικοκυριά, καθώς η κατανάλωση ναι μεν ενισχύθηκε κατά 1,7%, ωστόσο παρουσίασε επιβράδυνση σε σύγκριση με το 2024, όταν είχε διαμορφωθεί στο 2,2%. Συγκεκριμένα, η κατανάλωση των νοικοκυριών άγγιξε τα 168,49 δισ. ευρώ, από τα 160,11 δισ. ευρώ το 2024. Αιτία αποτελεί η ακρίβεια, καθώς στην πράξη δεν ενισχύθηκε το εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά αυξήθηκαν οι τιμές στα προϊόντα και στις υπηρεσίες που πλήρωσαν οι καταναλωτές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ξοδεύουν περισσότερα χρήματα για τα ίδια ή και λιγότερες δαπάνες.
Οι συναλλαγές
Στις συναλλαγές με το εξωτερικό, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν μόλις κατά 0,4% σε όγκο, έναντι 0,8% το 2024. Οι εισαγωγές, αντίθετα, μειώθηκαν κατά 1,7%, μετά την αύξηση κατά 5,4% της προηγούμενης χρονιάς. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές υποχώρησαν στα 98,08 δισ. ευρώ από 99,97 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 1,9%. Οι εισαγωγές περιορίστηκαν στα 109,69 δισ. ευρώ από 113,57 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 3,4%. Ετσι, η διαφορά ανάμεσα σε όσα αγοράζει η χώρα από το εξωτερικό και σε όσα πουλά περιορίστηκε στα 11,61 δισ. ευρώ, από 13,59 δισ. ευρώ το 2024. Η βελτίωση προήλθε από τη μεγαλύτερη υποχώρηση της αξίας των εισαγωγών και όχι από αύξηση των εξαγωγικών εισπράξεων.

