Το καθεστώς Μητσοτάκη θα υποχρεώσει τις εφημερίδες και τα κανάλια να συγχωνεύσουν το πολιτικό με το αστυνομικό και το δικαστικό ρεπορτάζ
Κάθε μέρα το ίδιο σενάριο αλλά με άλλους πρωταγωνιστές. Επειδή η ελληνόφωνη «Δικαιοσύνη» δεν κάνει τη δουλειά της, η ευρωπαϊκή προσπαθεί να κάνει τη δική της, εμποδιζόμενη πάντοτε από τους νόμους και τα συνταγματικά άρθρα που φιλοτέχνησαν οι αρχιτέκτονες της παρακμής.
- Από τον Παναγιώτη Λιάκο
Κι η χώρα κάθε τόσο ξυπνά ξανά και ξανά με εκείνο το γνώριμο, μεθυστικό άρωμα της «νέας δικογραφίας». Ο λόγος γίνεται για την πρόσφατη εξέλιξη γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και τη φακελάρα-μαμούθ, με αιτήματα άρσης ασυλίας για βουλευτές και αναφορές ακόμη και σε κυβερνητικά στελέχη. Τελικά, η μητσοτακική δημοκρατορία λειτουργεί υποδειγματικά. Παράγει δικογραφίες με ρυθμό που θα ζήλευε και γραμμή παραγωγής βιομηχανικής μονάδας.
Γιατί τι είναι μια κυβέρνηση του Κούλεως χωρίς μια φρέσκια δικογραφία; Σαν καφές χωρίς καφεΐνη. Σαν επιτροπή χωρίς πόρισμα. Σαν σάμαλι χωρίς τελάρο. Σαν ένα προηγούμενο σκάνδαλο χωρίς να ετοιμάζεται το επόμενο. Η νέα αυτή υπόθεση που αφορά διψήφιο αριθμό πολιτικών προσώπων και οργανωμένα σχήματα διαχείρισης ευρωπαϊκών κονδυλίων δεν έπεσε ακριβώς από τον ουρανό.
Ηρθε να προστεθεί σε μια πλούσια συλλογή: από τις επιδοτήσεις μέχρι τις υποκλοπές, κι από εκεί στα Τέμπη, ένα πολιτικό σύμπαν στο οποίο διαρκώς γεννάται η «Ελλάδα 2.0», την οποία μορφοποιούν οι «άριστοι». Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι η ύπαρξη των σκανδάλων. Το πραγματικό επίτευγμα είναι η διαχείρισή τους. Διότι κάθε υπόθεση ακολουθεί σχεδόν την ίδια τελετουργία: Πρώτα έρχεται η αποκάλυψη. Μετά η «σοβαρή αξιολόγηση».
Επειτα μια σύσταση επιτροπής. Και τέλος, η διάχυση της ευθύνης στο αιώνιο ελληνικό τίποτα. Κι αν κάτι ξεφύγει; Ουδείς λόγος ανησυχίας. Υπάρχει πάντα μια επόμενη δικογραφία να τραβήξει την προσοχή. Η πολιτική σκηνή θυμίζει πλέον τηλεοπτική σειρά πολλών κύκλων. Στον πρώτο κύκλο είχαμε το «σκάνδαλο». Στον δεύτερο, το «σκάνδαλο 2.0». Τώρα βρισκόμαστε ήδη στο… επέκεινα, όπου οι ιστορίες μπλέκονται μεταξύ τους: επιδοτήσεις, παρακολουθήσεις, σιδηροδρομικά εγκλήματα.
Σε κάθε επεισόδιο υπάρχει το ίδιο καθησυχαστικό μοτίβο: «Κάθε περίπτωση θα αξιολογηθεί ξεχωριστά». Ξεχωριστά. Πάντα ξεχωριστά. Τόσο ξεχωριστά, που στο τέλος δεν μένει τίποτα να συνδεθεί με τίποτα. Αυτό είναι και το μεγάλο μυστικό της επιτυχίας: η αποσύνδεση και των τηλεφωνικών συνομιλιών και της διαδρομής των χρημάτων και των γεγονότων μεταξύ τους. Αν ποτέ κάποιος είχε την ατυχή ιδέα να δει τη «μεγάλη εικόνα», τότε τα πράγματα θα γίνονταν επικίνδυνα απλά. Θα άρχιζαν να εμφανίζονται μοτίβα. Επαναλήψεις. Μηχανισμοί.
Τότε ακόμα κι ο πιο κουτομόγιας θα αναρωτιόταν αν δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά κι αν δεν είναι απλώς «αστοχίες» αλλά κεφάλαια σ’ ένα ενιαίο σενάριο… νουάρ ταινίας. Εδώ ακριβώς αρχίζει το ωραίον. Ο Ποινικός Κώδικας (άρθρο 187) δίνει έναν πολύ συγκεκριμένο ορισμό για το τι συνιστά «εγκληματική οργάνωση»: Μια δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων, με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων. Δεν χρειάζεται να είναι μαφία με καραμπίνες.
Για να χαρακτηριστεί έτσι μια ομάδα ανθρώπων θα πρέπει να έχει στόχο το παράνομο κέρδος, ιεραρχία, συντονισμό, κοινό σκοπό και συνεχή δράση. Οπως, ας πούμε, ένα κόμμα που μετατρέπει κρατικούς οργανισμούς σε μηχανές «τακτοποιήσεων», ανάθεση της ενημέρωσής της σε αλλοδαπούς «ωτακουστές» και άλλα τινά, τα οποία τα διαβάζουμε κάθε τόσο στα νέα. Πάντως, για να μην είμεθα μηδενισταί, να πούμε κι ένα καλό. Το καθεστώς Μητσοτάκη θα εξοικονομήσει χρήματα στις εφημερίδες και στα κανάλια, αφού με τα πεπραγμένα της υποχρεώνει τα ΜΜΕ να συγχωνεύσουν το πολιτικό με το αστυνομικό και το δικαστικό ρεπορτάζ.
Από τη στήλη «Περι πωλητικης» της «δημοκρατίας»