➤Λίγες ημέρες πριν τελειώσουν τα χρήματα των συνταξιούχων (τα οποία κατατέθηκαν στους λογαριασμούς τους στις 26 Απριλίου) ανακοινώνονται οι ημέρες που θα πάρουν τα επόμενα για να τους καθησυχάσουν.
- Γράφει ο Θεσσαλονικευς
➤Πιστεύετε ότι αν τα σκάνδαλα στην Ελλάδα δικάζονταν από ξένους δικαστές και με βάση το Κοινοτικό Δίκαιο, θα υπήρχε έστω ένας υπουργός, υφυπουργός, γενικός γραμματέας υπουργείου της Ν.Δ. έξω από τη φυλακή;
➤Λέτε κι εσείς ότι έχετε σοβαρά προβλήματα, τι να πω κι εγώ που δεν μπορώ να αποφασίσω αν θα κάνω δεύτερο καφέ ή αν μου κάνει το μαγιό.
➤- «Εφυγε» σήμερα η γυναίκα του γείτονα, 97 χρόνων.
– Πού πήγε;
➤Ξύπνησα αλαφιασμένος γιατί όλη νύχτα άκουγα στον ύπνο μου ένα χρούτσου χρούτσου και κόντευα να τρελαθώ, τελικά βρήκα κάτω από το μαξιλάρι μου ένα κρουασάν που είχα κρύψει νωρίτερα για μια ώρα ανάγκης.
➤Τρως πατατάκια βλέποντας τηλεόραση… αδειάζει η σακούλα, ανάβεις το φως, ξαναγεμίζεις τη σακούλα με όσα έπεσαν τριγύρω, σβήνεις το φως, συνεχίζεις να τρως.
➤Οταν λέμε εμείς των 60κάτι ότι ήρθαμε στο τσακίρ κέφι με μουσικάρες που ακούμε, εννοούμε είμαστε ξάπλα ανάσκελα στον καναπέ και κουνάμε τα δάχτυλα των ποδιών μας ρυθμικά. Κυκλοφορούν και εφράγματα, όχι τίποτα άλλο.
➤Μου ζήτησε το κινητό μου και κατά λάθος έδωσα της γυναίκας μου.
Αιωνίιιια μου η μνήηηηημηηηηηηηη.
➤Εχω κάνει πολλά στη ζωή μου, αλλά να περιμένω μία ώρα όρθιος έξω από καφετέρια για να κάτσω να πιω έναν καφέ, δεν θα το έκανα ποτέ.
➤Μη χειρότερα… το κρουασάν μου ζωντάνεψε και ήπιε τον καφέ μου.
➤Μου θέλετε την Πρωτοχρονιά και φιλαρμονική της Βιένης, που πίνετε δύο μπίρες το Πάσχα και χορεύετε χασαποσέρβικο το «Μακαρένα».
➤- Mαμάαααα, έτοιμο το φαγητό;
– Η γυναίκα σου είμαι.
➤Ερευνα-σοκ. Σχεδόν 10 εκατ. Ελληνες ζούνε υπό καθεστώς απόλυτης… πνευματικής φτώχειας.
➤Το Τζόκερ δεν είναι παιχνίδι τύχης, είναι παιχνίδι γνώσης, γνωρίζεις από πριν ότι θα κερδίσεις τα… τέτοια σου.
➤Εγώ τα Λατινικά τα παίζω στα δάχτυλά μου, μου λέει μια φίλη. «Πες μια λέξη» της λέω. «Solarium» μου λέει.
➤- Με γεια το ρολόι σου.
– Πιεσόμετρο είναι.
➤Αντιπαθώ αυτές που «καλού κακού» παίρνουν μια ζακέτα, «καλού κακού» μια ομπρέλα, εκείνο το «καλού κακού» μού τη σπάει, συν το ύφος τους όταν σπάει ο διάολος το πόδι του και βρέχει και δικαιώνονται.
Αντίθετα, ερωτεύομαι παράφορα αυτές που γίνονται μούσκεμα επειδή δεν προνόησαν.
Από τη στήλη «Ανάκατα» της «δημοκρατίας»