Η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων στην ανακοίνωσή της δεν έδωσε καμία απάντηση για την αποκάλυψη της «δημοκρατίας» σχετικά με τα πρόστιμα που μπήκαν με καθυστέρηση τριών ετών και απουσιάζουν από τη δικογραφία για τα Τέμπη
Μια άστοχη κι αδύναμη ανακοίνωση, χωρίς να δίνει καμία απάντηση, αλλά αντίθετα εγείροντας νέα ερωτήματα και γκρίζες ζώνες, εξέδωσε χθες η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων για το προχθεσινό πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της «δημοκρατίας» σχετικά με τα Τέμπη και το γεγονός ότι το φινάλε της διαδικασίας στη ΡΑΣ και τα πρόστιμα σε ΟΣΕ, Hellenic Train έμειναν εκτός δικογραφίας για το έγκλημα με τους 57 νεκρούς.
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Αν και η ΡΑΣ δείχνει διάθεση, όπως αναφέρει, να προσφέρει περισσότερη ενημέρωση για το θέμα που φέραμε στο φως, για τα πρόστιμα που μπήκαν στον ΟΣΕ και στη Hellenic Train με τρία χρόνια καθυστέρηση κι ενώ η δικογραφία έχει κλείσει από τον Σεπτέμβριο τελικά θολώνει το σκηνικό, αντί να το διαφωτίζει. Με τη ΡΑΣ να μένει ακόμα πιο εκτεθειμένη, βάσει των «ελαφριών» ή ανύπαρκτων επιχειρημάτων της.
Συγκεκριμένα αναφέρει ότι «αμέσως μετά το δυστύχημα των Τεμπών η τότε διοίκηση της ΡΑΣ αποφάσισε τη διενέργεια αυτεπάγγελτου ελέγχου σε βάρος του ΟΣΕ και της Hellenic Train», σαν να μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό η Ρυθμιστική Αρχή κι όχι το αυτονόητο. Αν δεν διέταζε αυτεπάγγελτο έλεγχο για 57 νεκρούς, θα έπρεπε να βάλει λουκέτο και να πάει η ίδια στον εισαγγελέα. Η ΡΑΣ ομολογεί ότι «ενώ κατέληξε σε δύο πορίσματα εκ των οποίων το πρώτο αφορούσε την εκπαίδευση 77 και το δεύτερο αφορούσε παραβιάσεις από τον ΟΣΕ και τη Hellenic Train κατά το κρίσιμο διάστημα που προηγήθηκε του δυστυχήματος», ωστόσο «αν και κινήθηκαν οι σχετικές διαδικασίες επιβολής, οι κυρώσεις αυτές ουδέποτε επιβλήθησαν».
Πλημμελής άσκηση
Αυτό που δεν απαντά η ΡΑΣ είναι στο «γιατί δεν επιβλήθηκαν τα πρόστιμα» επί τόσο καιρό από τη στιγμή που διαπιστώθηκαν οι παραβάσεις. Είναι ή δεν είναι πλημμελής άσκηση καθηκόντων αυτή; Οταν η Ρυθμιστική Αρχή σπεύδει να απαντήσει σε ένα δημοσίευμα, είναι υποχρεωμένη να μιλά συγκεκριμένα. Γιατί δεν δίνει εξήγηση η ΡΑΣ ποια ήταν η αιτία της πρωτοφανούς και προκλητικής καθυστέρησης; Οπως και αν και ποιον ή ποιους εξυπηρετούσε αυτή η καθυστέρηση τόσων μηνών και χρόνων στην επιβολή προστίμων;
Στη συνέχεια κάνει ένα άλμα λογικής η ΡΑΣ και μιλάει για διαχωρισμό της παλιάς από τη νέα διοίκηση: «Ως νέα διοίκηση, που ανέλαβε τα καθήκοντά της τον Ιούλιο του 2025, αποφασίσαμε, όπως είχαμε υποχρέωση εκ του νόμου, να συνεχίσουμε τις διαδικασίες και να τις ολοκληρώσουμε». Η ΡΑΣ είναι μία. Είναι αδύναμο -αν όχι ασόβαρο κι ανεύθυνο- το επιχείρημα ότι υπάρχουν δύο διοικήσεις σε μια ρυθμιστική Αρχή που οφείλει να έχει συνέχεια, ειδικά όταν αναφερόμαστε σε ένα έγκλημα με 57 νεκρούς.
Και αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, η διοίκηση στη ΡΑΣ είναι μία διότι ο Μητσοτάκης τη διορίζει ή την ανέχεται. Και την προηγούμενη διοίκηση και την τωρινή την έχει τοποθετήσει ή την ανέχτηκε ο πρωθυπουργός. Συνεπώς μία είναι η πραγματική διοίκηση κι ως ενιαία κρίνεται. Αν η σημερινή διοίκηση της ΡΑΣ θεωρεί ότι είναι κάτι διαφορετικό από την προηγούμενη, ας της ασκήσει δίωξη. Κι όχι να την καλύπτει και να μην αναφέρει τους λόγους που απέφευγε η προηγούμενη διοίκηση να επιβάλει τα πρόστιμα.

Αυτό που «ξεχνάει» να αναφέρει στην ανακοίνωσή της η ΡΑΣ είναι ότι το καλοκαίρι του 2024 η τότε πρόεδρος της ΡΑΣ, Ιωάννα Τσιαπαρίκου, κατηγορήθηκε σε βαθμό κακουργήματος για την υπόθεση των Τεμπών, επειδή, σύμφωνα με το σκεπτικό του ανακριτή, ως υπεύθυνη του αρμόδιου εποπτεύοντος φορέα του σιδηροδρόμου έδρασε κατά παράβαση του νομικού πλαισίου: ενώ έπρεπε να εποπτεύει με επιθεωρήσεις και έρευνες, παρέλειπε τον έγκαιρο έλεγχο του τρόπου που ο ΟΣΕ λειτουργούσε τον σιδηρόδρομο, ενώ θα μπορούσε να προχωρήσει σε κυρώσεις σε βάρος του οργανισμού, ακόμα και να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του σιδηροδρόμου.
Τελικά, η ΡΑΣ της Τσιαπαρίκου τι θεωρείται; Αμεμπτη; Εδώ διώκεται για κακούργημα. Δεν είναι θράσος για τη ΡΑΣ να θέλει να κουνάει και το δάχτυλο σε δημοσιεύματα που δεν λένε κανένα ψέμα απολύτως;
Ρίχνει τις ευθύνες για το ύψος των προστίμων στον ισχύοντα νόμο!
Αν και η ΡΑΣ στην ανακοίνωσή της κάνει λόγο για τις δύο αποφάσεις της Αρχής κατά του ΟΣΕ τον Σεπτέμβριο και κατά του ΟΣΕ και της Hellenic Train πριν από λίγες ημέρες, παίζει με τις λέξεις. «Και τα δύο πορίσματα απεστάλησαν στην αρμόδια ανακριτική υπάλληλο, η οποία διερευνά κατόπιν εντολής του αρμόδιου εισαγγελέα Λάρισας τις ενέργειες του ΟΣΕ, της Hellenic Train και της ΡΑΣ μετά το δυστύχημα των Τεμπών έως σήμερα» αναφέρει.
Ομως, είναι γνωστό πως η δικογραφία για τα Τέμπη έχει κλείσει από τον Σεπτέμβριο. Ακόμα κι αν τα πορίσματα δόθηκαν εγκαίρως, είναι πρακτικά αδύνατον να συμπεριλαμβάνονται και η αιτιολόγηση για τα πρόστιμα, όπως και οι απολογίες των διοικήσεων των οργανισμών που σίγουρα έχουν ενδιαφέρον. Σε άλλο σημείο η ΡΑΣ βάζει ακόμα μία φιτιλιά απορίας: «Συνεπώς ανοιχτή δικογραφία υπάρχει για την αξιοποίηση των σχετικών αποφάσεων της Αρχής και οι σχετικές αιτιάσεις σας είναι αβάσιμες». Αναφέρεται σε άλλη δικογραφία η Ρυθμιστική Αρχή, ξεχωριστή από αυτή των Τεμπών; Κι εδώ δεν είναι ευδιάκριτο το σημείο.
Η ΡΑΣ, αφού ισχυρίζεται ότι πουθενά δεν στοιχειοθετείται συγκάλυψη, επικαλείται τον νόμο και για το ύψος των προστίμων: «Η Αρχή δεν επέβαλε “μικρά ποσά κυρώσεων”, όπως αναφέρετε, αλλά τα μέγιστα προβλεπόμενα από τον νόμο. Το θέμα του ύψους των από τον νόμο προβλεπόμενων προστίμων απασχόλησε την Ολομέλεια της ΡΑΣ, η οποία στην ιδία συνεδρίαση (8/1/2026) που ενέκρινε την επιβολή των κυρώσεων αποφάσισε να προτείνει στον αρμόδιο υπουργό την αυστηροποίηση των κυρώσεων, όπως αναφέρεται στη σχετική απόφαση της Αρχής που είναι αναρτημένη στον ιστότοπό της».
Τρία χρόνια μετά τα Τέμπη αφυπνίστηκε η ΡΑΣ για να προτείνει αύξηση των προστίμων στον υπουργό που τη διορίζει… Εν τέλει, η ανακοίνωση της ΡΑΣ βοηθάει μια χαρά τον μέσο Ελληνα πολίτη να αντιληφθεί για το πόσο χαοτικά λειτουργεί η Ρυθμιστική Αρχή από την έναρξή της μέχρι σήμερα, γιατί φτάσαμε στα Τέμπη και γιατί η πρώην πρόεδρός της είναι κατηγορούμενη για κακούργημα. Οταν η ΡΑΣ θέλει να απαντάει σε κάτι, όπως έχει το δικαίωμα, οφείλει όντως να δίνει απαντήσεις. Και κυρίως να δείχνει λίγο σεβασμό στα χρήματα του φορολογούμενου, στις προσδοκίες του κόσμου για ασφάλεια και πάνω απ’ όλα στα 57 θύματα.