Ο συνταγματολόγος Ακρίτας Καϊδατζής κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και χαρακτηρίζει την αναθεώρηση απόπειρα παγίωσης της πρωθυπουργικής παντοδυναμίας
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, που άνοιξε προσφάτως με… επικοινωνιακό προσανατολισμό ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σκοντάφτει σε μια βαριά σκιά που συνοδεύει τα πεπραγμένα αυτής της εξαετίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η υπερσυγκέντρωση εξουσιών στο Μαξίμου, από τον έλεγχο του ΑΠΕ και της ΕΡΤ μέχρι την ΕΥΠ, οι fast track νομοθετήσεις, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και ο περιορισμένος κοινοβουλευτικός έλεγχος που δημιουργεί την αίσθηση ενός ερμητικά κλειστού, πρωθυπουργοκεντρικού μοντέλου διακυβέρνησης.
Το σιδηροδρομικό έγκλημα των Τεμπών, η συγκάλυψη και οι κατάφωρες παρεμβάσεις στο έργο των δικαστικών Αρχών ενισχύουν το αίσθημα καχυποψίας και δυσπιστίας για το κίνητρο των προθέσεων του πρωθυπουργού και τον σεβασμό στους θεσμούς, σε μια υπόθεση που αποτέλεσε τον… καθρέφτη για την κουρελιασμένη έννοια της λογοδοσίας. Τη δική του συμβολή στη συζήτηση αυτή για τη συνταγματική αναθεώρηση και κυρίως στον τρόπο άσκησης της εξουσίας τα τελευταία χρόνια έδωσε μέσω της «κυριακάτικης δημοκρατίας» ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Ακρίτας Καϊδατζής.
Οσα λέει συνιστούν κόλαφο, με κυρίαρχο το ζήτημα της υπερσυγκέντρωσης εξουσιών και πληροφοριών στο πρωθυπουργικό κέντρο, που, όπως υποστηρίζει, επιχειρείται τώρα να «κλειδώσει» συνταγματικά. «Στο πεδίο της συγκέντρωσης εξουσίας, στο άρθρο 82 και το πρωθυπουργικοκεντρικό κράτος… αυτό είναι το σημείο το οποίο εγώ προσωπικά εντοπίζω στο πιο επικίνδυνο από τις προτάσεις που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός» σημειώνει ο κ. Καϊδατζής και εξηγεί: «Να κατοχυρωθούν, δηλαδή, συνταγματικά κάποιοι βασικοί κανόνες λειτουργίας της κυβέρνησης, όπως διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια.
Αυτό που ψευδεπίγραφα είχε αποκληθεί ως επιτελικό κράτος. Το επιτελικό κράτος όμως είναι σοβαρός όρος που υπάρχει στη διοικητική επιστήμη εδώ και δεκαετίες και σημαίνει κάτι σοβαρό. Εδώ δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Αυτό που ονομάζεται επιτελικό κράτος είναι μια υπερσυγκέντρωση εξουσίας υπό τον πρωθυπουργό, προσωπικά. Τα πάντα περνάνε από εκείνον. Σε μεγάλο βαθμό υποκαθιστά τους υπουργούς και την πολιτική και συνταγματική λειτουργία που έχουν».
Πρόβλημα
Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου περιγράφει μια δομή όπου «ενώ τα πάντα ελέγχει ο πρωθυπουργός, δεν έχει ευθύνη για τίποτα. Πάντα υπάρχει κάποιος από κάτω για να αναλάβει την ευθύνη πριν αυτή φτάσει σε εκείνον». Αυτού του τύπου η δομή, όπως λέει, «σαν μέθοδος οργάνωσης, θυμίζει και παραπέμπει τη λογική των εγκληματικών οργανώσεων και της μαφίας. Σαν σχήμα το αναφέρω για να αντιληφθούμε το πρόβλημα» διευκρινίζει. Ο κ. Καϊδατζής υπογραμμίζει: «Το να υπάρχει κάτω από τον άξονα αυτού του… όλοι οι δημόσιοι φορείς που με τον οποιονδήποτε τρόπο ελέγχουν την πληροφορία είναι εφιαλτικό.

Οπως συμβαίνει με την ΕΥΠ, αλλά, όπως συμβαίνει και με την ΕΡΤ και το ΑΠΕ-ΜΠΕ, καθώς και στο πεδίο των ΜΜΕ, η συγκέντρωση εξουσιών είναι πολύ έντονη». Για τον ίδιο, «το να εισέλθει επομένως το επιτελικό κράτος στο Σύνταγμα είναι η πιο επικίνδυνη από τις προτάσεις που διατυπώθηκαν τώρα, γιατί αυτό σημαίνει μια ποιοτική μεταλλαγή του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος». Παράλληλα, προσθέτει ακόμα έναν κρίσιμο κρίκο στην αλυσίδα: «Σε συνδυασμό με την υποβάθμιση του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας… που λειτουργούσε ως μια σταθερά, πια από το 2019 έπαψε να έχει έστω κι αυτό τον υποβαθμισμένο ρόλο, γιατί δόθηκε η δυνατότητα εκλογής ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, ενώ το πρόσωπο που επιλέχθηκε δεν ήταν αποτέλεσμα συναινέσεων».
«Ολα αυτά είναι δυσοίωνα και παραπέμπουν σε ένα αυτοκρατορικό ή δικτατορικού τύπου πολίτευμα. Στην Αγγλία, συγκεκριμένα, το ορίζουν ως “εκλεγμένη δικτατορία”, δηλαδή ο πρωθυπουργός δεν έχει καμία απολύτως αντίδραση γιατί ελέγχει πλήρως την Κοινοβουλευτική Ομάδα κι έτσι μπορεί να κάνει τα πάντα. Είτε θεσμικά είτε παραθεσμικά» υποστηρίζει ο κ. Καϊδατζής. «Εκεί είμαστε, νομίζω, και το αποδεικνύει η πραγματικότητα με όσα έχουν γίνει αυτά τα έξι χρόνια και οι βουλευτές της Ν.Δ. ομοιόμορφα και μαζικά σιωπούν» υπογραμμίζει χαρακτηριστικά. Στο δεύτερο επίπεδο της κριτικής του ο συνταγματολόγος τοποθετεί την υπονόμευση της ίδιας της κανονιστικότητας του Συντάγματος. «Εχουμε διατάξεις στο Σύνταγμά μας, οι οποίες είναι επαρκείς και μάλιστα κάποιες από αυτές είναι αξιόλογες κανονιστικά, οι οποίες όμως δεν εφαρμόζονται».
Το αποτέλεσμα, όπως το περιγράφει, είναι ένα Σύνταγμα «διακοσμητικό». «Το Σύνταγμα υπάρχει, αλλά δεν τηρείται κι αυτό είναι το σημαντικότερο» σημειώνει. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσει ως πρώτο μεγάλο παράδειγμα την υπόθεση των Τεμπών, τονίζοντας ότι δεν τον απασχολεί μόνο το πολύνεκρο δυστύχημα, αλλά η διαχείρισή του: «Δεν είναι καθαυτό μόνο του το έγκλημα των Τεμπών… προβληματική από τη συνταγματική και θεσμική άποψη είναι αυτή η απροκάλυπτη απόπειρα συγκάλυψης αυτών των υποθέσεων που είναι μείζονες». Και συμπληρώνει: «Ειδικά για το άρθρο 86 επισημαίνει ότι ευτελίσθηκε κοινοβουλευτικά με όλες αυτές τις μεθοδεύσεις που έγιναν. Κυρίως με την απευθείας παραπομπή στο δικαστικό συμβούλιο κατά παράλειψη συνταγματικά προβλεπόμενης διαδικασίας στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής».
Δεύτερο κεντρικό παράδειγμα αποτελεί, κατά τον Ακρίτα Καϊδατζή, η υπόθεση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. «Το ίδιο παρατηρείται με το άρθρο 16. Δεν μπορεί να γίνει πιο σαφές, το αναφέρει σε δύο σημεία ότι απαγορεύονται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Κι έφτιαξαν έναν νόμο ο οποίος τα επιτρέπει. Κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος και το ΣτΕ σύρθηκε και επικύρωσε αυτόν τον νόμο» τονίζει και προσθέτει: «Βλέπουμε τον πρωθυπουργό στο πρόσφατο διάγγελμά του να χαρακτηρίζει την απαγόρευση σκληρή κι έτσι ακριβώς είναι, σκληρή απαγόρευση και απόλυτη.
Εμμέσως πλην σαφέστατα αναγνωρίζει την παραβίαση που έκανε και φυσικά αυτό είναι κόλαφος και για το ΣτΕ, που εκτίθεται ανεπανόρθωτα». Τρίτο στοιχείο στο οποίο παραπέμπει ο καθηγητής είναι η υπόθεση των υποκλοπών, ως ακόμα ένα πεδίο όπου -όπως τονίζει- το Σύνταγμα προβλέπει εγγυήσεις που στην πράξη αχρηστεύονται. Υπενθυμίζει ότι στο άρθρο 19 «προβλέπεται και η αρμοδιότητα της αρχής διασφάλισης των επικοινωνιών», για να προσθέσει πως αυτό «στην πραγματικότητα έχει μείνει ένα κενό γράμμα, ένα ευχολόγιο, μόνο λόγια πάνω στο χαρτί». Στο ίδιο κάδρο εντάσσει και άλλες υποθέσεις, λέγοντας ότι «το βλέπουμε και σε άλλες υποθέσεις όπως στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ», όμως επιμένει ότι το κοινό νήμα είναι πως «όχι απλά τα σκάνδαλα, αλλά και η συγκάλυψή τους είναι συνταγματικό και θεσμικό πρόβλημα».
Η αντιπολίτευση «καίει» το αφήγημα του θεσμικού αναμορφωτή
Ανθούσε στους μεγάλους δρόμους στα ταραγμένα χρόνια του ‘60, όταν ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού Κωνσταντίνος Μητσοτάκης τίναζε τη δημοκρατική ομαλότητα στον αέρα ανοίγοντας τον δρόμο στη χούντα, ένας ρωμαλέος συνταγματικός πατριωτισμός. Σύμβολο του πάνδημου αγώνα κατέστη το ακροτελεύτιο άρθρο του προδικτατορικού Καταστατικού Χάρτη.
- Από τον Γιώργο Χατζηδημητρίου
Η ιαχή για το άρθρο 114, που όριζε ότι «η τήρησις του παρόντος Συντάγματος επαφίεται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων» υψώθηκε σε ηθική επιταγή για κάθε δημοκρατική συνείδηση. Ο,τι ακριβώς αποτελεί «άγνωστη χώρα» για τον σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος, αφού καταρράκωσε το Σύνταγμα, θέλει τώρα και… να το αναθεωρήσει, σκορπώντας γενική θυμηδία. Για την αποδόμηση του φτηνού πρωθυπουργικού τεχνάσματος θα αρκούσε και μόνο το σχόλιο του Βαγγέλη Βενιζέλου, ο οποίος, προκαλώντας νευρική κρίση στο Μαξίμου, δηκτικά παρατήρησε σε βραχύ σχόλιο, ότι «ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του.
Πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο». Πανταχόθεν καταφθάνει το μήνυμα ότι κανένας δεν εμπιστεύεται τον πρωθυπουργό για την ανάληψη ενός τέτοιου εγχειρήματος, διότι τον θεωρούν αφερέγγυο και πολιτικά ανυπόληπτο! Ολοι αναγνωρίζουν ότι η αναθεωρητική διαδικασία απαιτεί συναινέσεις. Αλλά, την ίδια ώρα βλέπουν ότι ο Μητσοτάκης «δεν παίζει καθαρά. Επιδιώκει να εγκλωβίσει την αντιπολίτευση σε ένα υστερόβουλο παιχνίδι από το οποίο θα αναδειχθεί ο ίδιος… μέγας θεσμικός αναμορφωτής! «Ο Μητσοτάκης υπονομεύει τους θεσμούς» υπογραμμίζει με σιγουριά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος υπενθυμίζει ότι οι διαβεβαιώσεις του το 2019 για συναινετική εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας αποδείχθηκαν κάλπικες.
Οταν ήρθε η ώρα, εξέλεξε ντροπιαστικά με σχετική πλειοψηφία, σαν να επρόκειτο για κομματικές κάλπες της Ν.Δ., έναν πρόθυμο αχθοφόρο του, ζημιώνοντας τον θεσμό. Τα ίδια, παρατηρεί ο Ν. Ανδρουλάκης, έγιναν και με τις ανεξάρτητες Αρχές, όπου «καθιερώθηκε πλειοψηφία 3/5 για τον διορισμό τους, αλλά ο πρωθυπουργός δεν σεβάστηκε ούτε αυτό, με αποτέλεσμα σε συμφωνία με τον Βελόπουλο να αλλάξει τη σύνθεση της ΑΔΑΕ και να μην επιτρέψει τη διερεύνηση των υποκλοπών».
Από την άλλη, θεσμικές μεταρρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν και με «γαλάζια» ψήφο, όπως η «λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία» (άρθρο 73) και το «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα» (άρθρο 21), έμειναν μετέωρες γιατί δεν κατατέθηκαν οι εκτελεστικοί νόμοι. Αναφορικά με τον διαβόητο δημοσιονομικό κόφτη, ο Ν. Ανδρουλάκης θυμίζει ότι «τον εισήγαγε η Γερμανία επί Μέρκελ και τον αναθεώρησε στον Covid και στον ουκρανικό πόλεμο». Εντέχνως υποκρύπτεται, παρατηρούν στην Κουμουνδούρου, η θεσμική κατοχύρωση του «επιτελικού (παρα)κράτους» για τη διαιώνιση αλά Ορμπαν του Μητσοτάκη στην εξουσία. Η επαναφορά του άρθρου 16 για τα ΑΕΙ, προσθέτει η αντιπολίτευση, σημαίνει ότι αναγνωρίζει πως η καθιέρωση ιδιωτικών κολεγίων που βαφτίστηκαν ΑΕΙ χωρίς αναθεώρηση είναι παράνομη, κάτι που είχαν επισημαίνει επιφανείς νομικοί όπως ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.
Ολοι επίσης απορούν για την επιμονή στην κατάργηση της μονιμότητας στο Δημόσιο και επιστροφή στις εποχές της «πλατείας Κλαυθμώνος». Πρόκειται για «νεοφιλελεύθερη εμμονή του Μητσοτάκη, αφού οι υπάλληλοι απολύονται όταν παρανομούν. Θέλει ένα μικρό, απαξιωμένο κράτος με παραχώρηση όλων των κερδοφόρων τομέων του στους ιδιώτες» συνοψίζει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος. Φυσικά, κανένας δεν πιστεύει ότι ο Μητσοτάκης φλέγεται να αλλάξει το άρθρο περί ευθύνης υπουργών. Αλλωστε, αν ήθελε να παραπέμψει υπουργούς του, αρκούσε η διασταλτική εφαρμογή του νόμου Καστανίδη που προβλέπει υποχρεωτική γνωμοδότηση δικαστικού συμβουλίου όταν υποβληθεί σχετικό αίτημα, με τον οποίο παραπέμφθηκαν οι Ακης, Γιάννος, Μαντέλης.
Η κοινοβουλευτική διαδικασία, οι συσχετισμοί και το «στοίχημα» των 180 ψήφων
Μια μακρά και εν πολλοίς… επίπονη -δεδομένης της αδήριτης ανάγκης για συναινέσεις σε μια περίοδο κατά την οποία τα πολιτικά πνεύματα είναι ιδιαίτερα οξυμένα- διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης βρίσκεται προ των κοινοβουλευτικών πυλών. Ο ίδιος ο Καταστατικός Χάρτης της χώρας είναι απολύτως σαφής και τα βήματα προκειμένου να υπάρξουν οι όποιες τροποποιήσεις είναι πολύ συγκεκριμένα. Αρχικώς 50 βουλευτές της Ν.Δ. θα καταθέσουν τη σχετική πρόταση με τα άρθρα που θα ζητά να αναθεωρηθούν.
Ακολούθως εντός Απριλίου, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχει θέσει το ίδιο το Μέγαρο Μαξίμου, θα συσταθεί η Διακομματική Επιτροπή Αναθεώρησης, η οποία και αναμένεται να συνεδριάσει για αρκετούς μήνες, όπως εκτιμάται τουλάχιστον τέσσερις. Κι αυτό διότι η Ν.Δ. έχει προαναγγείλει πως θα ζητήσει αλλαγές σε δεκάδες άρθρα του Συντάγματος. Μόλις ολοκληρωθεί η διακομματική, έπειτα από πολύωρες συνεδριάσεις και εξαντλητική διαβούλευση, ο λόγος θα είναι πλέον στην Ολομέλεια, η οποία με δύο ξεχωριστές ψηφοφορίες, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον έναν μήνα, θα αποφασίσει με ονομαστική ψηφοφορία επί κάθε προτεινόμενου άρθρου.
Οσα άρθρα λάβουν τουλάχιστον 151 θετικές ψήφους σε αμφότερες τις ψηφοφορίες θα περάσουν στην επόμενη φάση της διαδικασίας. Στην επόμενη Βουλή όμως, μετά τις εκλογές, η τρίτη και καταληκτική ψηφοφορία θα χρειαστεί 180 ψήφους προκειμένου να αναθεωρηθεί το εκάστοτε άρθρο. Μόνο όσα άρθρα (εάν και εφόσον υπάρξουν) λάβουν ήδη από την παρούσα Βουλή 180 «ναι» θα μπορούν να περάσουν μετά την κάλπη με απλή πλειοψηφία.
Αυτός είναι εξάλλου και ο στόχος: Να μεσολαβήσουν εκλογές, ώστε να διασφαλιστεί η νομιμοποιητική βάση ως προς τις διευρυμένες αρμοδιότητες της αναθεωρητικής Βουλής για τις αλλαγές που θα υπάρξουν στο Σύνταγμα. Αυτό που πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να επισημανθεί προς αποφυγή παρεξηγήσεων είναι πως η διαδικασία των δύο ονομαστικών ψηφοφοριών στην πρώτη Βουλή αφορά αποκλειστικά τα αναθεωρητέα άρθρα και όχι το περιεχόμενό τους, που είναι αρμοδιότητα της επόμενης Βουλής.
Εξάλλου, η επόμενη Βουλή είναι αυτή που θα τα κρίνει όλα. Κι αυτό δεδομένης της σαφούς θέσης του ΠΑΣΟΚ, το οποίο διαμηνύει πως λευκή επιταγή στην κεντροδεξιά παράταξη δεν πρόκειται να δώσει. «Οχι» στις προτάσεις Μητσοτάκη για τη συνταγματική αναθεώρηση έχει πει και ο Σωκράτης Φάμελλος, λέγοντας πως ναι μεν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση, αλλά «και μια προοδευτική κυβέρνηση, που θα σεβαστεί τους συνταγματικούς κανόνες και θα ενισχύσει το κράτος δικαίου στην Ελλάδα».
Με βάση όλα τα παραπάνω, εφόσον το μαγικό «180» φαντάζει όνειρο θερινής νυκτός, όλο το κέντρο βάρους πέφτει στην επόμενη Βουλή, η οποία θα προκύψει από τις εθνικές εκλογές του 2027. Εν προκειμένω, ο αριθμός 180 είναι το αποκλειστικό ζητούμενο, εφόσον η αντιπολίτευση δεν θα συναινέσει από αυτή τη Βουλή. Και στη δεύτερη Βουλή, πάντως, οι διαδικασίες είναι συγκεκριμένες.
Θα συσταθεί νέα επιτροπή αναθεώρησης, στην οποία και θα διαβιβαστούν οι σχετικές αποφάσεις που έλαβε η προηγούμενη Βουλή και η επιτροπή θα κληθεί να καθορίσει το περιεχόμενό τους. Επειτα από νέες εξαντλητικές διαβουλεύσεις και δύσκολες ασκήσεις συναίνεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, όποιοι και εάν είναι οι συσχετισμοί που θα έχουν διαμορφωθεί οι αναθεωρούμενες διατάξεις θα τεθούν σε μια ονομαστική ψηφοφορία, με την οποία ολοκληρώνεται η συνταγματική αναθεώρηση.