Ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Μάνος Καραγιάννης και ο αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κουσάντας κρούουν τον κώδωνα για την ανάγκη αλλαγής πλεύσης
Η πρόσφατη επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στην Αγκυρα και η συμμετοχή του στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (ΑΣΣ) αποτέλεσαν μια στιγμή αποκάλυψης για την κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Σε μια περίοδο γεωπολιτικής ανάφλεξης στην ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα επιμένει σε μια τακτική «κατευναστικής ηρεμίας». Το κυβερνητικό αφήγημα παρουσιάζει τα «ήρεμα νερά» ως εθνικό επίτευγμα, παραβλέποντας τη χαοτική διαφορά μεταξύ της πρόσκαιρης απουσίας εντάσεων και της ουσιαστικής προάσπισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: η Τουρκία δεν υποχωρεί από το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», χρησιμοποιώντας τον διάλογο ως κάλυμμα για να ενσωματώσει τις διεκδικήσεις της στη διεθνή ατζέντα. Η «δημοκρατία», θέλοντας να αναδείξει τους εθνικούς κινδύνους, επικοινώνησε με τον καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής Μάνο Καραγιάννη και τον αντιστράτηγο ε.α. Κωνσταντίνο Κουσάντα, οι οποίοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την ανάγκη αλλαγής πλεύσης.
Ο καθηγητής Μάνος Καραγιάννης αναλύει τα όρια της παρούσας πολιτικής:
«Η επίσκεψη στην Αγκυρα ανέδειξε, ακόμα μία φορά, τα όρια της κυβερνητικής στρατηγικής. Παρά τις διακηρύξεις περί “ήρεμων νερών”, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική πρόοδος για τη δικαστική επίλυση της μοναδικής διαφοράς που αναγνωρίζει η Ελλάδα, ενώ η Τουρκία παρέμεινε αμετακίνητη στις πάγιες θέσεις για το Αιγαίο και τη μειονότητα στη Θράκη.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται εγκλωβισμένη σε μια διπλωματία χαμηλών προσδοκιών, χωρίς σαφή διαπραγματευτικά κέρδη (π.χ. κατάργηση του τουρκικού casus belli). Πέρα όμως από την απουσία χειροπιαστών αποτελεσμάτων, η επίσκεψη ανέδειξε και μια βαθύτερη στρατηγική αδυναμία: την έλλειψη συνεκτικού πλαισίου για το πώς η Αθήνα αντιλαμβάνεται τη διαδικασία εξομάλυνσης. Η Τουρκία αξιοποιεί συστηματικά το κλίμα αποκλιμάκωσης για να προβάλει αναθεωρητικές αξιώσεις ως ”θέματα προς συζήτηση”, ενώ η ελληνική πλευρά περιορίζεται σε μια αμυντική στάση, φοβούμενη ότι οποιαδήποτε ένταση θα θεωρηθεί διπλωματική αποτυχία. Ετσι, η πολιτική των χαμηλών τόνων καταλήγει να λειτουργεί ως αυτοσκοπός, χωρίς να συνοδεύεται από μηχανισμούς που θα μετέτρεπαν την ηρεμία σε ουσιαστική πρόοδο.
Το αποτέλεσμα είναι μια σχέση που παραμένει στάσιμη, με την Ελλάδα να εμφανίζεται περισσότερο ως διαχειριστής κρίσεων παρά ως διαμορφωτής εξελίξεων, ενώ η Αγκυρα συνεχίζει να διαμορφώνει την ατζέντα, εκμεταλλευόμενη την ελληνική απροθυμία για πιο ενεργητική στρατηγική».
Ο αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κουσάντας θέτει το ζήτημα της εθνικής ισχύος:
«Η μεγάλη παραφιλολογία των ημερών εάν έπρεπε ο Ελληνας πρωθυπουργός να πάει στην Τουρκία ή όχι ανήκει πλέον στο παρελθόν. Βεβαίως, συζητάμε ακόμα και εάν διαφωνούμε. Βασική αντίληψη που κυριαρχεί σε μια νέα πραγματικότητα, μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην ανατολική Μεσόγειο, τη μεγάλη επιχειρησιακή εμβέλεια του Ισραήλ σε όλη τη Μέση Ανατολή. Συζητάμε όμως με προϋποθέσεις, οι οποίες δεν έχουν τεθεί από την ελληνική πλευρά από τη Διακήρυξη των Αθηνών και μετά εδώ και δύο χρόνια».
Αναφορικά με τη διαχείριση των τουρκικών προκλήσεων, σημειώνει: «Λεκτικές απειλές, προκλήσεις και επιχειρήματα μονομερή της Τουρκίας μένουν αναπάντητα, καθώς η Τουρκία δοκιμάζει καθημερινά τα αντανακλαστικά μας. Από το 2019 προσπαθεί να υλοποιήσει το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” με πιεστικότερο τρόπο. Ακόμα και η NAVTEX στο Αιγαίο που έχει εξαγγείλει επ’ αόριστον δυστυχώς δεν έχει απάντηση από τη χώρα μας, όπως η Κάσος, η είσοδος της “Γαλάζιας Πατρίδας” στα βιβλία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, η ισλαμοποίηση της ιεράς μονής της χώρας στην Κωνσταντινούπολη, ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός που υπέβαλε το 2025. Ολα αυτά χωρίς αντίδραση από τη χώρα μας. Επομένως, τίποτα δεν θα πρέπει να μένει αναπάντητο και όλα να δημοσιοποιούνται διεθνώς και να αντικρούονται επί του πεδίου. Δεν θα πρέπει η χώρα μας να διστάζει να χαλάσει το profile της Τουρκίας».
Για το ζήτημα του casus belli και την αεροπορική υπεροχή η θέση του είναι σαφής: «Η χώρα μας δεν θα πρέπει να μείνει κολλημένη στο θέμα του casus belli με την Τουρκία, διότι αυτό είναι κάτι μονομερές που αφορά την Τουρκία και την αποκαλύπτει. Η Ελλάδα έχει όλες τις νομικές, πολιτικές, διπλωματικές, στρατιωτικές προϋποθέσεις να επεκτείνει τα χωρικά ύδατά της στα 12 ν.μ., όπως έχει δηλώσει. Οι προϋποθέσεις πράγματι υπάρχουν σε ένα timing που η ελληνική στρατιωτική ισχύς, κυρίως στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, δίνει στη χώρα μας σημαντική αεροπορική υπεροχή, καθώς σε δύο χρόνια θα έχουμε 145 αεροσκάφη 4,5 γενιάς, χωρίς να έχει ούτε ένα η Τουρκία».
Τέλος, για τις περιφερειακές συμμαχίες και την αντιπαλότητα Τουρκίας – Ισραήλ, υπογραμμίζει:
«Οπως φάνηκε στις δηλώσεις του Τούρκου πρόεδρου, η αντιπαλότητα της Τουρκίας με το Ισραήλ καλά κρατεί. Αυτό δίνει στη χώρα μας ένα μοναδικό εργαλείο στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού η στρατηγική συνεργασία 3+1 Ελλάδας – Κυπριακής Δημοκρατίας – Ισραήλ υπό τις ΗΠΑ αποτελεί τον τελευταίο γεωπολιτικό άξονα της Δύσης στη Μέση Ανατολή. Αυτό συνεπάγεται επιχειρησιακή στήριξη της Κύπρου και από τις δύο κατευθύνσεις σε ό,τι αφορά τα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας σε έναν μεγάλο θαλάσσιο επιχειρησιακό χώρο Ισραήλ – Κυπριακής Δημοκρατίας – Κρήτης 1.000 χιλιομέτρων, μέσα στον οποίο το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξαφανίζεται και εμφανίζεται η συνέργεια 3 + 1 σε όλα τα επίπεδα».
Ο Κωνσταντίνος Κουσάντας καταλήγει χαρακτηρίζοντας μονόδρομο τη συμμετοχή μας στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα:
«Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκονται σε ένα καθοριστικό σημείο λήψης απόφασης για τη γεωπολιτική υπόστασή τους στην ανατολική Μεσόγειο. Ναι στην Ε.Ε., ναι στο ΝΑΤΟ για την Ελλάδα και την ειδική σχέση Κύπρου – ΗΠΑ. Όμως, θα πρέπει να υπάρχει διαφοροποίηση από τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία στο θέμα των συμφερόντων Ελλάδας – Κυπριακής Δημοκρατίας που αφορά στη συμμετοχή μας στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα, μαζί με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ».