Οι βάσεις στην Κύπρο αποτελούν κατάλοιπο μιας αναχρονιστικής συμφωνίας, από την εποχή της αποικιοκρατίας. Είναι επιτακτική ανάγκη να επανεξεταστεί η ύπαρξή τους στη Μεγαλόνησο, καθώς στρέφονται εναντίον των εθνικών συμφερόντων
Οι απειλές κατά της Κύπρου από τους Ιρανούς, οι επιθέσεις με drones σε βρετανικές βάσεις στο έδαφός της, ως αντίποινα, για την εμπλοκή αυτών των βάσεων στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν, επαναφέρουν το ερώτημα γιατί υπάρχουν αυτές οι βάσεις στην Κύπρο. Και θα πρέπει να απαντηθεί άμεσα αυτό το ερώτημα.
Στις 19 Ιουνίου 2024 ο τότε επικεφαλής της Χεζμπολάχ του Λιβάνου Χασάν Νασράλα προειδοποιούσε σε τηλεοπτικό διάγγελμά του ότι, σε περίπτωση που οι εχθροπραξίες με τον ισραηλινό στρατό κλιμακώνονταν σε έναν ευρύτερο πόλεμο, τότε οι εξτρεμιστές του κινήματος θα αγωνίζονταν «χωρίς κανόνες» και «χωρίς περιορισμούς». Διεμήνυε ότι πουθενά στο Ισραήλ δεν θα υπήρχε ασφάλεια από τις επιθέσεις της Χεζμπολάχ, κάνοντας λόγο ακόμη και για ενδεχόμενους στόχους στη Μεσόγειο Θάλασσα.
Πρώτη φορά μάλιστα τότε ο Χασάν Νασράλα είχε εκτοξεύσει απειλές εναντίον της Κύπρου, υπογραμμίζοντας ότι η Χεζμπολάχ θα μπορούσε να τη θεωρήσει εμπλεκόμενη στον πόλεμο εάν εξακολουθήσει να επιτρέπει στο Ισραήλ να χρησιμοποιεί τα αεροδρόμια και τις βάσεις της για στρατιωτικούς σκοπούς.
Αυτές οι απειλές του Νασράλα έλαβαν σάρκα και οστά το βράδυ της Κυριακής, όταν αρχικά βαλλιστικοί πύραυλοι και μετά drones τύπου Sahed στοχοποίησαν τις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, προκαλώντας την εκκένωση όχι μόνον των βάσεων, αλλά και γειτονικών τους οικισμών. Χαρακτηριστικό είναι ότι υπό την απειλή νέων επιθέσεων με drones τα σχολεία σε συγκεκριμένους οικισμούς της Κύπρου έμειναν κλειστά.
Είναι σαφές ότι το ζήτημα της παρουσίας των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο (SBA) εισέρχεται πλέον σε μια νέα φάση υπό το βάρος των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων. Οι επιθέσεις -είτε προέρχονταν από το Ιράν είτε, όπως σημειώνουν κυπριακές πηγές, από τη Χεζμπολάχ του Λιβάνου, με στόχο τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Ακρωτήρι– μετατρέπουν το νησί, που είναι γνωστό ως «αβύθιστο αεροπλανοφόρο», σε έναν δυνάμει στόχο πρώτης γραμμής, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η δε απόφαση της Ελλάδας να αποστείλει δύο φρεγάτες και 4 μαχητικά αεροσκάφη για να προστατεύσει τους κατοίκους της Κύπρου αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη. Είναι η στιγμή που η Λευκωσία, με τη στήριξη της Αθήνας, οφείλει να αναδείξει το παράδοξο της αγγλικής κυριαρχίας επί των βάσεων, απομεινάρι της εποχής της αποικιοκρατίας, ενώ το κόστος της προστασίας της μετακυλίεται στον Ελληνισμό.
Πολιτικός χάρτης
Πώς μπορεί έπειτα από αυτά να δικαιολογείται πλέον η βρετανική κυριαρχία επί του εδάφους ως «υπερπόντια κτήση» του Στέμματος; Ειδικά σε μια εποχή στην οποία η ιστορική απόφαση της Βρετανίας να αποδώσει την κυριαρχία του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Μαυρίκιο δεν είναι απλώς μια είδηση διεθνούς ενδιαφέροντος, αλλά ένας νομικός και πολιτικός οδικός χάρτης.
Οπως χαρακτηριστικά επισημαίνει στη «δημοκρατία» ο Κύπριος πρέσβης ε.τ. Περικλής Νεάρχου, οι βάσεις στην Κύπρο εμπίπτουν στην ίδια ακριβώς λογική με τον Μαυρίκιο. Εμφανίζονται ως κυρίαρχες, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν μια παράνομη παρακράτηση εδάφους από την εποχή της αποικιοποίησης. Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία του ΟΗΕ, μια χώρα που βρισκόταν υπό αποικιακό καθεστώς έχει το δικαίωμα να προσφύγει στον οργανισμό και να διεκδικήσει την πλήρη εδαφική της ακεραιότητα. Αν ο Μαυρίκιος πέτυχε την αναγνώριση αυτού του δικαιώματος, τότε η Κύπρος, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, δεν μπορεί να παραμένει δέσμια αναχρονιστικών συμφωνιών.
Είναι καιρός να τεθεί το ερώτημα με θάρρος: Αφού η ευθύνη της επιβίωσης και της άμυνας του νησιού πέφτει τελικά στις πλάτες της Λευκωσίας και της Αθήνας, γιατί η κυριαρχία της γης να μην επιστρέψει εκεί που ανήκει; Αφού άλλωστε ο μόνος ρόλος που οι Βρετανοί παίζουν τα τελευταία χρόνια στο νησί είναι η πριμοδότηση των τουρκικών συμφερόντων;
Συνέλαβαν Ιρανούς κατασκόπους, αλλά φοβήθηκαν να το πουν!
Ενώ η Μέση Ανατολή φλέγεται και η δράση της Τεχεράνης επεκτείνεται με επιθέσεις πέρα από τα άμεσα μέτωπα, φτάνοντας μέχρι και τις βάσεις της Κύπρου, η «δημοκρατία» αποκαλύπτει μια άκρως ενδιαφέρουσα υπόθεση που σχετίζεται με τις εμπόλεμες εξελίξεις και κρατήθηκε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της εφημερίδας μας, στις αρχές του έτους συνελήφθησαν στην Κύπρο μέλη ιρανικού δικτύου που φέρεται ότι είχαν αναπτύξει δραστηριότητα παρακολούθησης και προετοιμασίας τρομοκρατικής επίθεσης κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι.
Η επιχείρηση, όπως αναφέρουν ασφαλείς πηγές, πραγματοποιήθηκε έπειτα από συντονισμένη δράση των κυπριακών Αρχών ασφαλείας και των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Οι κινήσεις των υπόπτων είχαν τεθεί υπό διακριτική παρακολούθηση, καθώς υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις για συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις εγκαταστάσεις και τα μέτρα φύλαξης της στρατιωτικής βάσης, η οποία αποτελεί κρίσιμο επιχειρησιακό κόμβο για το Ηνωμένο Βασίλειο στην ανατολική Μεσόγειο. Παρά τη σοβαρότητα της υπόθεσης, η κυπριακή κυβέρνηση επέλεξε να μην προχωρήσει σε δημόσιες ανακοινώσεις.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η απόφαση ελήφθη προκειμένου να αποφευχθεί διπλωματική κρίση με το Ιράν, αλλά και να μην προκληθεί εσωτερική αναταραχή που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις τουριστικές ροές εν όψει της θερινής περιόδου. Για την εξέλιξη αυτή είχαν ενημερωθεί και η βρετανική πλευρά και η ελληνική κυβέρνηση, γεγονός που καταδεικνύει το εύρος των διαστάσεων της υπόθεσης. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Τεχεράνη βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνών εντάσεων, η αποκάλυψη φωτίζει μια αθέατη πτυχή των εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή.