Ζητάει και τα ρέστα, αξιώνοντας και επιτυγχάνοντας επιστροφή σειράς εγγυητικών επιστολών ύψους πολλών εκατομμυρίων ευρώ
Σε περίεργη ενδογερμανική βεντέτα εντός ελληνικού εδάφους εξελίσσεται η διαμάχη μεταξύ της αμαρτωλής Siemens και του ΟΤΕ που ανήκει πλέον στα χέρια της πανίσχυρης Deutsche Telecom. Ο ΟΤΕ, που είχε ξεκινήσει επί ελληνικής διοίκησης δικαστικές ενέργειες εις βάρος της Siemens από την εποχή των επίμαχων συμβάσεων του 1994 μέχρι των «μαύρων ταμείων» του Χριστοφοράκου, βρίσκεται σήμερα σε θέση αμηχανίας, καθώς η Siemens, μετά και τη σκανδαλώδη απαλλαγή των πρωταιτίων του πρόσφατου σκανδάλου, αντεπιτίθεται…ζητώντας και τα ρέστα, με προφανή παρότρυνση του Βερολίνου.
Το νομικό τμήμα του ΟΤΕ εισηγείται στη διοίκηση συνέχιση της αντιδικίας, αφού τα επιχειρήματα υπέρ του οργανισμού είναι ακλόνητα, πλην όμως Γερμανοί αξιωματούχοι στο Δ.Σ. απαιτούν να πέσουν οι τόνοι και να οδηγηθεί το ζήτημα στις καλένδες, φέρνοντας σε εξαιρετικά δυσχερή θέση τη σημερινή διοίκηση Νεμπή, που καλείται πλέον να λάβει αποφάσεις. Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα συμφέροντα του οργανισμού, αλλά και αυτά του Ελληνα φορολογουμένου, που επλήγησαν από τις αθέμιτες πρακτικές και τα «λαδώματα» της Siemens επί συνεχόμενες δεκαετίες.
Το νέο επεισόδιο μεταξύ των δύο εταιριών, όπως πληροφορείται η «δημοκρατία», προέκυψε εν μέσω εορτών, όταν η Siemens, επιλέγοντας εκ νέου την «ανέμελη» περίοδο των Χριστουγέννων, προέβη σε κλιμάκωση της αντιπαράθεσης, αποστέλλοντας εξώδικη δήλωση στον ΟΤΕ, αξιώνοντας και επιτυγχάνοντας τελικά την επιστροφή σειράς εγγυητικών επιστολών ύψους πολλών εκατομμυρίων ευρώ! Αυτές οι επιστολές αφορούσαν επίμαχες και επίδικες συμβάσεις με τον ΟΤΕ από την περίοδο του 1994, συμπεριλαμβανομένου του περίφημου διεθνούς διαγωνισμού για την προμήθεια 1.000.000 ψηφιακών παροχών, γεγονός το οποίο είχε προκαλέσει τότε έντονες πολιτικές αναταράξεις και οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Αθέμιτες πρακτικές
Η αντιπαράθεση μεταξύ Siemens και ΟΤΕ με επίκεντρο τις εγγυητικές επιστολές έρχεται από το παρελθόν και σχετίζεται με τις αθέμιτες και αντιδεοντολογικές πρακτικές της γερμανικής εταιρίας, που λειτουργούσε από κοινού με την ελληνική Intracom ως… εθνικός προμηθευτής του ελληνικού τηλεπικοινωνιακού δικτύου.
Η Siemens, μετά την πρόσφατη απαλλαγή των στελεχών της που εμπλέκονταν στην υπόθεση των «μαύρων ταμείων», αλλά και την άδοξη για την ελληνική πλευρά κατάληξη του εξωδικαστικού συμβιβασμού, μέσω του οποίου η αμαρτωλή εταιρία απηλλάγη από την καταβολή προστίμου έστω και 1… ευρώ στο Ελληνικό Δημόσιο, απαίτησε την επιστροφή των εγγυητικών, υποστηρίζοντας την αδικαιολόγητη παρακράτησή τους από τον ΟΤΕ, με την υπόθεση να έχει ήδη οδηγηθεί στον Αρειο Πάγο κατόπιν αναγκαστικής προσφυγής του οργανισμού με αίτημα αναίρεσης (βλ. σχετικό έγγραφο).

Ο ΟΤΕ ελπίζει ότι το ανώτατο δικαστήριο θα εξετάσει αυτή τη φορά την ουσία της υπόθεσης, καθώς τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια απέφυγαν να το πράξουν, απορρίπτοντας αδικαιολόγητα την αγωγή του οργανισμού. Στη διοίκηση του ΟΤΕ υπήρξαν και εισηγήσεις να παραιτηθεί η ελληνογερμανική πλευρά από την αντιδικία με τη Siemens, αλλά τελικά επικράτησαν ωριμότερες σκέψεις. Ο φόβος ότι η «αδιαμαρτύρητη» επιστροφή των εγγυητικών θα μπορούσε να εκληφθεί και ως αποδοχή ευθύνης οδήγησε ουσιαστικά τη διοίκηση του ΟΤΕ στην προσφυγή αυτή στον Αρειο Πάγο.
Παράλληλα, για την ίδια υπόθεση εκκρεμεί η κατάθεση αγωγής του ΟΤΕ κατά της Intracom, ύψους επίσης 28 εκατ. ευρώ, για την ίδια υπόθεση των ψηφιακών κέντρων του 1994, στην οποία και οι δύο εταιρίες -επί δεκαετίες εθνικοί προμηθευτές τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού- είχαν αναδειχθεί μειοδότες. Ενδεικτικό, μάλιστα, της τιμολογιακής στρέβλωσης είναι ένα non paper της εποχής εκείνης, που παρουσιάστηκε πρόσφατα και στα ποινικά δικαστήρια, όταν εξελισσόταν η δίκη για τα «μαύρα ταμεία», όπου Siemens και Intracom φέρεται ότι παραδέχονταν οφειλές προς τον ΟΤΕ, προτείνοντας μάλιστα την καταβολή -υπό τη μορφή ενός είδους αποζημίωσης- επιπλέον 700 εκατ. δραχμών έκαστη – συνολικά 1,5 δισεκατομμύριο δραχμές, ποσό καθόλου αμελητέο για τα μέσα της δεκαετίας του 1990.
Κομβική απόφαση
Η ημερομηνία συζήτησης της συγκεκριμένης υπόθεσης στον Αρειο Πάγο δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί, ωστόσο η επικείμενη απόφαση κρίνεται κομβική για την έκβαση αυτής της ιστορικής δικαστικής διαμάχης, γιατί, αν ακολουθήσει τη λογική των δικαστηρίων χαμηλότερης βαθμίδας, θα απαλλάξει τελεσίδικα τη Siemens για τα ανομήματά της.
Εν τω μεταξύ στις 20 Ιανουαρίου συζητήθηκε στον Αρειο Πάγο αίτημα αναίρεσης του ΟΤΕ κατά εφετειακής απόφασης που είχε επιστρέψει περιουσιακά στοιχεία σε πρώην κατηγορουμένους για τα «μαύρα ταμεία Χριστοφοράκου», οι οποίοι είχαν απαλλαγεί λόγω παραγραφής. Η απόφαση του Εφετείου είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς θεωρήθηκε ότι άνοιγε τον δρόμο όχι μόνο για την αποκατάσταση, αλλά και για την… αποζημίωση προσώπων συνδεδεμένων με την υπόθεση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο εισαγγελέας τάχθηκε υπέρ της πλήρους αποδοχής του αιτήματος του ΟΤΕ. Η έκδοση απόφασης αναμένεται τους προσεχείς μήνες και θα είναι σίγουρα η πιο καθοριστική για την οριστική έκβαση της υπόθεσης.
Με ρυθμούς χελώνας η δίκη στη Γερμανία για τις μίζες
Ως προς το αστικό σκέλος της διένεξης ΟΤΕ – Siemens (αγωγή του οργανισμού κατά της γερμανικής εταιρίας), ξεκίνησε νέος γύρος διαβουλεύσεων στο εφετείο του Μονάχου. Ο ΟΤΕ διεκδικεί από το 2010 (!) 68 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε μίζες από τα «μαύρα ταμεία» που διακινήθηκαν την περίοδο 1998-2004. Η ασυνήθιστα χρονοβόρος για γερμανικά δεδομένα νομική διαδικασία αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αμεροληψία της βαυαρικής Δικαιοσύνης, δεδομένης της διαχρονικής εμπλοκής στην υπόθεση εταιριών γερμανικών συμφερόντων.
Κρίσιμη παράμετρο αποτελεί η επί δεκαπενταετία αναβλητικότητα του εφετείου του Μονάχου να λάβει ουσιαστική απόφαση, γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι τα διακινηθέντα ποσά για μίζες δεν επιδέχονται «βελούδινες» λύσεις. Πληροφορίες από τους διαδρόμους του ΟΤΕ κάνουν λόγο για ασφυκτικές πιέσεις από τη γερμανική πλευρά προς επίτευξη συμβιβασμού, τακτική που έχει επιχειρηθεί και στο παρελθόν χωρίς επιτυχία. Η συνεχής μετάθεση της ημερομηνίας για τον ορισμό ανεξάρτητου πραγματογνώμονα στο γερμανικό δικαστήριο, ο οποίος θα μπορούσε να αποτιμήσει με ακρίβεια τη ζημία του ΟΤΕ, εντείνει τις αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας.
Η «δημοκρατία», αποτελώντας εξαίρεση στα μέσα ενημέρωσης που δείχνουν δυσεξήγητη αδιαφορία για τα σκάνδαλα της Siemens, θα συνεχίσει να παρακολουθεί την υπόθεση, καθώς η εν λόγω διένεξη υπερβαίνει τα όρια μιας απλής οικονομικής διαφοράς. Αγγίζει τον πυρήνα της θεσμικής αξιοπιστίας, της διαφάνειας και της ισοτιμίας στις σχέσεις μεταξύ κρατών και μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Η στάση του ΟΤΕ, ως προς την υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος και την εξάντληση κάθε νομικού περιθωρίου, θα αποτελέσει ένα τεστ αντοχής για το κατά πόσο ένας εξαγορασμένος οργανισμός που εξυπηρετεί Ελληνες καταναλωτές μπορεί να διεκδικήσει τα δικαιώματά του απέναντι σε ισχυρά διεθνή συμφέροντα, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς να επιτρέψει την υπονόμευση της δικαστικής διαδικασίας σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη συγκυρία για τη χώρα.