Kαταιγιστική τροπή λαμβάνει η πολύκροτη υπόθεση των υποκλοπών, με τον Ταλ Ντίλιαν να εγκαταλείπει την τακτική της σιωπής και να εξαπολύει έναν ρητορικό «χείμαρρο» που απειλεί να παρασύρει την κυβερνητική βιτρίνα.
Ο Ισραηλινός επιχειρηματίας, μετά την καταδίκη του από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, επέλεξε να περάσει στην αντεπίθεση, χρησιμοποιώντας μια αναλογία που προκαλεί πολιτικό ρίγος: επικαλέστηκε το σκάνδαλο Watergate και την πτώση του Ρίτσαρντ Νίξον, αφήνοντας σαφείς υπαινιγμούς για τις προσπάθειες συγκάλυψης που, όπως υποστηρίζει, ενορχηστρώνονται από την κορυφή της ελληνικής εκτελεστικής εξουσίας.
Η δήλωση του Ντίλιαν δεν αποτελεί απλώς μια νομική γραμμή άμυνας, αλλά μια ωμή πολιτική παρέμβαση. Ξεκαθαρίζοντας πως η Intellexa προμηθεύει λογισμικό αλλά δεν το χειρίζεται, «έδειξε» απευθείας τις εθνικές υπηρεσίες ως τους μόνους υπεύθυνους για τον καθορισμό των στόχων και την εκτέλεση των παρακολουθήσεων. «Δεν θα γίνω ο αποδιοπομπαίος τράγος», βροντοφώναξε ο πρώην στρατιωτικός, καταρρίπτοντας το κυβερνητικό αφήγημα περί δράσης «ιδιωτών» και επιρρίπτοντας την ευθύνη στην ΕΥΠ, η οποία, κατά τα λεγόμενά του, λειτουργούσε το Predator υπό το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας.
Στο εσωτερικό μέτωπο, οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης υπήρξαν ακαριαίες και σφοδρές. Το ΠΑΣΟΚ έκανε λόγο για ένα «νοσηρό και δυσώδες παρακράτος» που πλέον αποδομείται μετά την ιστορική δικαστική απόφαση, καλώντας υπουργούς και αξιωματούχους να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην αλήθεια. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε ότι το «πουλόβερ ξηλώνεται», εγκαλώντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την παρατεταμένη σιωπή του και προμηνύοντας περαιτέρω αποκαλύψεις που θα εκθέσουν ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση.
Η κυβερνητική πλευρά, διά στόματος Άδωνι Γεωργιάδη, επιχείρησε να υποβαθμίσει τις δηλώσεις Ντίλιαν με τη λατινική ρήση «ένοχος ένοχον ου ποιεί», παραπέμποντας στη Δικαιοσύνη για την τελική ετυμηγορία. Ωστόσο, η προαναγγελία του Ισραηλινού ότι θα προσφύγει σε διεθνή fora και στον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, προσδίδει στην υπόθεση μια παγκόσμια διάσταση που δύσκολα θα περιοριστεί εντός των συνόρων. Πλέον, το ερώτημα δεν είναι αν υπήρξε παρακολούθηση, αλλά αν η ελληνική εκδοχή του Watergate θα έχει την ίδια καταλυτική επίδραση στην πολιτική ηγεσία της χώρας.