Πανελλήνια οργή από τη σκανδαλώδη απόφαση του εισαγγελέα του Α.Π. να θάψει στο αρχείο τη σκοτεινή υπόθεση και να μην επιτρέψει έρευνα για το αδίκημα της κατασκοπίας
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και η διορισμένη από τον ίδιο ηγεσία του Αρείου Πάγου αποφάσισαν χθες ως σύγχρονοι πραξικοπηματίες να βάλουν ταφόπλακα στην υπόθεση των υποκλοπών. Το καθεστώς, υπό τον φόβο της αποκάλυψης της αλήθειας και της επακόλουθης κατάρρευσης, αποφάσισε χθες να παίξει τα ρέστα του αδιαφορώντας τόσο για την ουσία όσο και για τους τύπους.
Μόνο που αυτή η κίνηση απελπισίας, που έχει ξεσηκώσει τον δημοκρατικό κόσμο της χώρας, ξεγύμνωσε τόσο τον εμπνευστή των αποκαλύψεων, δηλαδή τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όσο όμως και τους εκτελεστικούς βραχίονες της συγκάλυψης, δηλαδή τη διορισμένη ηγεσία της Δικαιοσύνης.
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας αποφάσισε να διατηρήσει στο αρχείο την υπόθεση της κατασκοπίας και του σκανδάλου των υποκλοπών. Αντί περαιτέρω έρευνας, λοιπόν, ο διορισμένος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απάντησε με ένα απόλυτο «όχι» στην προτροπή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας να ανοίξει εκ νέου ο φάκελος των υποκλοπών μετά την ιστορική απόφαση της καταδίκης των τεσσάρων ιδιωτών.
Το σημερινό πραξικόπημα που οργάνωσαν κυβέρνηση και Αρειος Πάγος είναι τόσο απροκάλυπτο που έχει προκαλέσει την οργή σύσσωμου του νομικού και πολιτικού κόσμου. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να ισχύει και κάτι διαφορετικό, αφού πρόκειται για μια αντιθεσμική κίνηση που καταβαραθρώνει το κράτος δικαίου και μετατρέπει τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε αρχιερέα της διαπλοκής και της συγκάλυψης.

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου βάζει το όνομά του στον έσχατο εξευτελισμό της δικαστικής εξουσίας. Ο ίδιος, άλλωστε, έβαλε την υπογραφή του σε ένα σύνολο αντιθεσμικών κινήσεων και αποφάσεων που προσβάλλουν όχι μόνο τη δημοκρατία αλλά και την κοινή λογική.
Πρώτον, ο κ. Τζαβέλλας αποφάσισε να κρατήσει επί τουλάχιστον 20 ημέρες τον φάκελο των υποκλοπών, χωρίς να αναθέσει την έρευνα σε κάποιον αντιεισαγγελέα.
Δεύτερον, ο κ. Τζαβέλλας αποφάσισε να ερευνήσει ο ίδιος τον φάκελο των υποκλοπών παρότι ο ίδιος είναι αυτός που ως εποπτεύων εισαγγελέας της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφορίων είχε βάλει την υπογραφή του στην παρακολούθηση Κουκάκη.
Τρίτον, ο κ. Τζαβέλλας προχώρησε σε μια πρωτοφανή άρνηση των τεκμηρίων και των αποφάσεων που προέκυψαν από τη δίκη των υποκλοπών, αδιαφορώντας τόσο για τα πειστήρια που προσκομίστηκαν όσο όμως και για τις μαρτυρίες που καταγράφηκαν στο δικαστήριο.
Τέταρτον, ο κ. Τζαβέλλας αποφάσισε σκανδαλωδώς να υποστηρίξει, με τρόπο που δείχνει ότι αντιμετωπίζει τους Ελληνες ως ιθαγενείς, πως τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη έχουν ήδη αποτυπωθεί στο πόρισμα Ζήση, που όμως ήταν προγενέστερο. Δηλαδή, πως ο Ζήσης είχε «μαντέψει» όσα αποκαλύφθηκαν έναν χρόνο μετά.
Πέμπτον, ο κ. Τζαβέλλας αποφάσισε να απορρίψει την έρευνα για κατασκοπία. Κατά την κρίση του, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κρατικού απορρήτου κατά την έννοια του νόμου. Ο ίδιος προφανώς εκτίμησε πως η παρακολούθηση του υπουργού Εθνικής Αμυνας, του υπουργού Εξωτερικών αλλά και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ δεν συνιστά κατασκοπία. Ο κ. Τζαβέλλας δεν παραβίασε μόνο την κοινή λογική, αλλά αποφάσισε να φέρει σε επίσημο έγγραφο και ένα απίστευτο επιχείρημα λέγοντας πως δεν μπορούμε να μιλάμε για κατασκοπία επειδή θύμα παρακολούθησης ήταν ο… Μένιος Φουρθιώτης. Οι σχετικές εκτιμήσεις χαρακτηρίστηκαν από τον ίδιο «υποθετικές» και «επισφαλείς», παρότι ο Χρήστος Σπίρτζης στο δικαστήριο υποστήριξε το αντίθετο.
Εκτον, ο κ. Τζαβέλλας αποφάσισε να κλείσει τον φάκελο χωρίς καν να τολμήσει να καλέσει τον Ταλ Ντίλιαν να καταθέσει.