Η χθεσινή εμφάνιση του Θάνου Πλεύρη στη Βουλή, όπου προσπάθησε να δικαιολογήσει τα ασυμμάζευτα για την αποτυχία της ελληνικής Πολιτείας στην υπόθεση του Τζαβέντ Ασλάμ, επιβεβαιώνει την πλήρη οργανωτική αδυναμία του υπουργείου του. Αντί να αναλάβει την ευθύνη για το γεγονός ότι η περιβόητη «σκληρή γραμμή» του κατέρρευσε εκκωφαντικά, ίσως επειδή στην πραγματικότητα ήταν κούφια, ο υπουργός επέλεξε να επιτεθεί στην Επιτροπή Προσφυγών, αφήνοντας αιχμές για τους δικαστές που συμμετέχουν σε αυτήν.
Μόνο που ξέχασε να αναφέρει το αυτονόητο: η συγκεκριμένη επιτροπή υπάγεται απευθείας στο δικό του υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Αντί, λοιπόν, να παραπονιέται από το βήμα της Βουλής και να δηλώνει «έκπληκτος», ο κ. Πλεύρης θα έπρεπε να έχει οργανώσει καλύτερα τις υπηρεσίες και τις νομικές κινήσεις του ίδιου του του υπουργείου. Το φιάσκο με τον Τζαβέντ Ασλάμ, όμως, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου και μάλλον μια υπόθεση η οποία αφορά περισσότερο την εικόνα του ίδιου του υπουργού και λιγότερο την ελληνική κοινωνία.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και τώρα, παρά τους λεονταρισμούς, εξακολουθούν οι συνεχείς και αθόρυβες μεταφορές λαθρομεταναστών από τα νησιά προς την ηπειρωτική χώρα. Οπως συνέβη, για παράδειγμα, την περασμένη Κυριακή, 12 Ιουλίου, όταν μετακινήθηκαν από τη δομή της Λέρου προς την ηπειρωτική Ελλάδα 218 αλλοδαποί, κυρίως υπήκοοι Μπανγκλαντές, οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί εκεί από την Κρήτη. Ισως και με αφορμή αυτό, οι Σενεγαλέζοι της Χίου έκαναν την Κυριακή τη δική τους πορεία.
Το εξοργιστικό της υπόθεσης είναι ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν διαθέτουν το παραμικρό προσφυγικό προφίλ, ούτε πρόκειται -θεωρητικά τουλάχιστον- ποτέ να λάβουν άσυλο. Παρά ταύτα, αντί να δρομολογηθούν άμεσες επιστροφές στις χώρες καταγωγής τους, οι ελληνικές Αρχές επέλεξαν να τους στοιβάξουν στη μεγάλη αποθήκη της ενδοχώρας, μετατρέποντας για άλλη μια φορά την ελληνική επικράτεια σε χώρο συγκέντρωσης παράνομων μεταναστών, παρά το γεγονός ότι το Μπανγκλαντές υποτίθεται ότι έχει και κάποιου είδους συμφωνία με τη χώρα μας.
Πού πήγε, αλήθεια, το περίφημο δόγμα «επιστροφή ή φυλακή», για το οποίο πανηγύριζε ο υπουργός; Πώς συμβιβάζεται η δήθεν «αυστηρή πολιτική» με τη συνεχή διοχέτευση στη χώρα ανθρώπων που δεν δικαιούνται καμία προστασία; Ολα αυτά αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, στα επτά χρόνια που κυβερνά από το 2019, έχει εγκλωβιστεί σε μια πολιτική αντιφάσεων και φτηνών εντυπώσεων. Από τη μία πλευρά, ο υπουργός παρουσιάζει στατιστικές για δήθεν μειώσεις των ροών -όπως άλλωστε έκαναν όλοι του οι προκάτοχοι δίχως καμία εξαίρεση- και από την άλλη… κανείς δεν φεύγει. Αντί για ρητορικά πυροτεχνήματα, το Μεταναστευτικό απαιτεί επιτέλους πραγματική σοβαρότητα, στιβαρή οργάνωση του υπουργείου και τέλος στις επικοινωνιακές σκοπιμότητες που μετατρέπουν τη χώρα σε μια απέραντη αποθήκη ψυχών.