Το απύθμενο θράσος και οι γνωστοί ψευτοτσαμπουκάδες επιστρατεύτηκαν ξανά από τον Άδωνι Γεωργιάδη, αυτή τη φορά για να μας… πείσει πως όταν πέφτουν σοβάδες στα νοσοκομεία δεν υπάρχει και κανένας ιδιαίτερος λόγος ανησυχίας. Άλλωστε, κατά τον υπουργό Υγείας, «κάπου θα πέσει και ένας σοβάς για να μιλάμε και σοβαρά».
Αφού οι φωτογραφίες που ήρθαν στο «φως» από το Βενιζέλειο Νοσοκομείο δεν μπορούν να διαψευστούν, ο κ. Γεωργιάδης επέλεξε την γνωστή και πάγια τακτική: υποβάθμιση του περιστατικού, επίθεση σε δημοσιογράφους και εργαζομένους και μπόλικη αυτοαποθέωση για τα έργα που κάνει η κυβέρνηση στο ΕΣΥ.

Με μακροσκελή ανάρτηση επιχείρησε να πείσει ότι η πτώση σοβά περίπου 1,5 τετραγωνικού μέτρου σε γραφείο του νοσοκομείου αποτελεί ένα περίπου… φυσιολογικό συμβάν για ένα παλιό κτίριο. Και κάπως έτσι, οι σοβάδες μπορεί να πέφτουν, αλλά για τον υπουργό το πραγματικό πρόβλημα παραμένουν εκείνοι που τολμούν να το επισημαίνουν.
«Παιδιά χαλαρώστε, δεν καταρρέει το ΕΣΥ»
Ο Άδωνις Γεωργιάδης ανέφερε αρχικά ότι η πτώση σημειώθηκε το Σαββατοκύριακο σε κλειστό και άδειο γραφείο, στο οποίο δεν βρίσκονταν οι δύο γιατροί που το χρησιμοποιούν. Όπως υποστήριξε, όταν το πρόβλημα έγινε αντιληπτό απομακρύνθηκαν τα υλικά και η Τεχνική Υπηρεσία προχώρησε στις απαραίτητες ενέργειες αποκατάστασης. Πρόσθεσε ότι έχουν δοθεί γραπτές και προφορικές εντολές για συχνούς ελέγχους, ενώ χαρακτήρισε το συμβάν «απρόβλεπτο γεγονός χωρίς σχετικές ενδείξεις».
Μέχρι εδώ θα μπορούσε κανείς να μιλά για μία ενημέρωση σχετικά με το περιστατικό. Ο υπουργός, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. «Παιδιά χαλαρώστε δεν καταρρέει το ΕΣΥ. Στα εκατοντάδες χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα που έχουμε κάποια βλάβη μπορεί ν υπάρξει», έγραψε, βάζοντας στο στόχαστρο δημοσιεύματα που ανέδειξαν το περιστατικό.
Αντί, λοιπόν, η πτώση σοβάδων σε ένα νοσοκομείο να αποτελέσει αφορμή για προβληματισμό σχετικά με την κατάσταση των εγκαταστάσεων, ο Άδωνις Γεωργιάδης ανακάλυψε για ακόμη μία φορά τον πραγματικό εχθρό: τη «συμμορία της μιζέριας». Μάλιστα, στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την κυβερνητική πολιτική, ο ίδιος παραδέχθηκε κάτι αρκετά πιο ουσιαστικό από τον σοβά που έπεσε.
«Πρώτοι εμείς αναγνωρίσαμε ότι τα κτίρια μετά από τόσες δεκαετίες είναι κουρασμένα και ορισμένα σε άθλια κατάσταση», ανέφερε, περιγράφοντας το πρόγραμμα κτιριολογικής αναβάθμισης που βρίσκεται σε εξέλιξη με πόρους του Τακτικού Προϋπολογισμού, του Ταμείου Ανάκαμψης, του ΕΣΠΑ και ιδιωτικές χορηγίες.
Δηλαδή, ο υπουργός αναγνωρίζει ότι υπάρχουν κτίρια του ΕΣΥ σε «άθλια κατάσταση», αλλά όταν η πραγματικότητα αυτής της παλαιότητας αποτυπώνεται σε έναν σοβά που καταλήγει στο πάτωμα ενός νοσοκομείου, το περιστατικό βαφτίζεται «ασήμαντο εντελώς».
«Πείτε και κανένα μπράβο»
Βέβαια, ο υπουργός δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση των πεπραγμένων του. Ζήτησε επί της ουσίας και… αναγνώριση. Αναφερόμενος στις αντιδράσεις εργαζομένων και πολιτικών αντιπάλων για τις ανακαινίσεις, έγραψε: «Ρε παιδιά διαλέξτε ή τα ντουβάρια τελικώς χρειάζονται και πρέπει να τα ανακαινίσουμε όλα και το Βενιζέλειο προφανώς, άρα και όσα κάνουμε τόσο καιρό σε όλη τη Χώρα έχουν αξία και άρα πείτε και κανένα μπράβο».
Μόνο που το επιχείρημα έχει ένα μικρό πρόβλημα: κανείς δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε ασφαλή κτίρια και επαρκές προσωπικό. Ένα δημόσιο σύστημα Υγείας οφείλει να διαθέτει και ασφαλείς εγκαταστάσεις και το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό για να λειτουργούν. Ο ίδιος, άλλωστε, παραδέχεται ότι το Βενιζέλειο χρειάζεται ανακαίνιση και αναφέρει πως έχει ήδη παραγγείλει τη σχετική μελέτη.
Και στο τέλος… ψήφο το 2027
Το καλύτερο, ωστόσο, το άφησε για το τέλος. Ακόμη και η πτώση του σοβά κατάφερε τελικά να μετατραπεί σε προεκλογικό επιχείρημα. «Θα ψήφισετε πάλι @kmitsotakis στις Εθνικές Εκλογές του 2027 να μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε όσα κάνουμε και θα το φτιάξουμε και αυτό όπως ήδη φτιάξαμε τόσα πολλά άλλα και ας μας κατηγορούσαν διαρκώς οι συνδικαλιστές της συμφοράς και της μιζέριας…», έγραψε ο υπουργός.
Και επειδή προφανώς η προηγούμενη επιχειρηματολογία δεν ήταν αρκετή, επανήλθε στο υστερόγραφό του με την αφοπλιστική διαπίστωση: «Ε κάπου θα πέσει και ένας σοβάς για να μιλάμε και σοβαρά».