Οι πρόσφατες καταιγιστικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο επιβεβαιώνουν μια δομική γεωπολιτική μετατόπιση: ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει πλέον αναβαθμιστεί σε κεντρικό παίκτη που ρυθμίζει τις ισορροπίες στην περιοχή, λειτουργώντας ως άμεσος και προνομιακός συνομιλητής του Ντόναλντ Τραμπ. Με τη διπλωματία και τις ένοπλες δυνάμεις της να επιχειρούν ταυτόχρονα σε πολλαπλά μέτωπα, η Τουρκία καταφέρνει να επηρεάζει τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων, να επιβάλλει τις δικές της κόκκινες γραμμές και να κατοχυρώνει ρόλο ρυθμιστή, με άμεσες και επικίνδυνες παρενέργειες για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Η ισχύς της τουρκικής διπλωματίας αποτυπώθηκε ανάγλυφα στην αποκάλυψη ότι η Αγκυρα κατάφερε να τορπιλίσει ένα μυστικό, φιλόδοξο σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Η πρόταση, που είχε επεξεργαστεί η Μοσάντ και συζητηθεί στο ανώτατο επίπεδο από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και τον Ντόναλντ Τραμπ, προέβλεπε την εισβολή χιλιάδων Κούρδων μαχητών από το Ιράκ στο δυτικό Ιράν, υπό αμερικανική αεροπορική κάλυψη, με στόχο να προκληθεί εσωτερική εξέγερση και να ανατραπεί το καθεστώς της Τεχεράνης. Ωστόσο, η σθεναρή παρέμβαση του Ερντογάν, ο οποίος κατέστησε σαφές στον Λευκό Οίκο ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί την ενίσχυση του κουρδικού παράγοντα και την προοπτική δημιουργίας αυτόνομης κουρδικής οντότητας στα ανατολικά του σύνορα, ήταν αρκετή για να «παγώσει» την επιχείρηση και να οδηγήσει τον Αμερικανό πρόεδρο στην απόρριψη του σχεδίου.
Ταυτόχρονα, η υπογραφή της Κοινής Αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δημιουργεί έναν νέο, ισχυρότατο άξονα ισλαμικής ισχύος. Η συμφωνία αυτή, που περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής («η επίθεση εναντίον του ενός θεωρείται επίθεση εναντίον όλων»), εδραιώνει τον ηγεμονικό ρόλο της Αγκυρας από τον Περσικό Κόλπο έως την Ασία. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ εξήρε τη συμφωνία, χαιρετίζοντάς την ως δείγμα αμυντικής προόδου στην περιοχή, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίζεται (μέσω τηλεφωνικής του επικοινωνίας με τον πρόεδρο Τραμπ) παράλληλα ως απαραίτητος διαμεσολαβητής στη σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν, πιέζοντας ταυτόχρονα για τη Γάζα και στηρίζοντας την αμερικανική ειρηνευτική πρωτοβουλία.
Αυτή η διεθνής αναβάθμιση και ο εναγκαλισμός με την Ουάσινγκτον αποθρασύνουν πλήρως την Αγκυρα, η οποία δεν διστάζει να μεταφέρει την επιθετικότητά της στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια ώρα που οι σύμμαχοι της Ελλάδας κάνουν τα «στραβά μάτια» χάριν της γεωπολιτικής χρησιμότητας της Τουρκίας, ο Ερντογάν προχώρησε με προεδρικά διατάγματα στην παράνομη ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων».
Απέναντι σε αυτή τη συστηματική καταστρατήγηση της εθνικής μας κυριαρχίας, η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί ουσιαστικά αμέτοχη τις εξελίξεις, εγκλωβισμένη σε μια φοβική και κατευναστική πολιτική. Η αντίδραση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών περιορίστηκε για άλλη μια φορά σε μια τυπική, διεκπεραιωτική ανακοίνωση περί «παρανομίας που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα», την ίδια ακριβώς ρητορική που χρησιμοποιήθηκε για το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο, χωρίς καν να κατονομάζεται ο θύτης της πρόκλησης.
Η συνεχής επίκληση του «καλού κλίματος» και η τακτική της υποχώρησης όχι μόνο δεν συγκρατούν την τουρκική βουλιμία, αλλά δίνουν διαρκή πατήματα στην Αγκυρα και κανονικοποιούν την παραβατική της συμπεριφορά στη διεθνή κοινότητα. Οταν η Αθήνα δέχεται αδιαμαρτύρητα τη δημιουργία τετελεσμένων, δεν είναι απορίας άξιο που «δεν ανοίγει ρουθούνι» από τους διεθνείς οργανισμούς και τους εταίρους μας για τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα. Η Ελλάδα κινδυνεύει πλέον να βρεθεί εγκλωβισμένη σε μια στρατηγική απομόνωση, έχοντας ποντάρει μονομερώς σε συμμαχίες που επαναξιολογούν τις προτεραιότητές τους, την ώρα που η Τουρκία επιβάλλει τους όρους της ως ο αναντικατάστατος κυρίαρχος παιχνιδιού στη Μέση Ανατολή.