Αναβαθμίζεται ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου του Αριστοτέλη, οι υποδομές και οι παρεχόμενες υπηρεσίες, με δύο έργα, τα οποία περιλαμβάνονται στην Ολοκληρωμένη Χωρική Επένδυση «Λαύριο – Αθήνα – Ελευσίνα» με φορέα υλοποιήσεως το Εθνικό Κέντρο Ερευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος». Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη δήλωσε ότι «στην περιοχή του Λυκείου, το 335 π.Χ. ίδρυσε ο Αριστοτέλης τη σχολή του, διδάσκοντας τους μαθητές του, περίπου για 12 χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής του. Με τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου του Αριστοτέλη ανασυστήνεται ως πολιτιστικός προορισμός στο κέντρο της Αθήνας».
Οπως τόνισε, «στόχος μας είναι η δημιουργία μιας εκπαιδευτικής και φιλοσοφικής εμπειρίας για τους επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου, με τη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και της αρχιτεκτονικής». Ο αρχαιολογικός χώρος του Λυκείου, από στατικό μνημείο, μεταμορφώνεται σε έναν τόπο περισυλλογής και γνώσεως, όπου η φιλοσοφία συναντά την τεχνολογία. Την επιλογή του πληροφοριακού υλικού επιμελούνται διεθνούς κύρους ακαδημαϊκοί, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Ο επισκέπτης συμμετέχει ενεργώς στη διαδικασία κατανοήσεως του χώρου μέσα από μια πολυαισθητηριακή εμπειρία. Ψηφιακές πινακίδες και αφήγηση ανατρέχουν στην παρουσία του Λυκείου ανά τους αιώνες και ο ψηφιακός περίπατος αναδεικνύει τη σχέση με την πόλη και τον κόσμο.
Ψηφιακή πληροφόρηση
Προβλέπεται περίπτερο ψηφιακής πληροφορήσεως για τον βίο και το έργο του Αριστοτέλους, κατασκευή κτιρίου – εισόδου για τη στέγαση του εκδοτηρίου εισιτηρίων, εξυπηρετήσεως επισκεπτών κ.ά. Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες, το Λύκειο ήταν ένα κατάφυτο προάστιο, έξω από την Πύλη του Διοχάρους, ανάμεσα στον Ιλισό και τον Ηριδανό.
Η περιοχή στην οποία ιδρύθηκε το Γυμνάσιο, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., πήρε το όνομά της πιθανόν από το Ιερό του Λυκείου Απόλλωνος που προϋπήρχε. Η παλαίστρα του Λυκείου, χώρος προπονήσεως στην πάλη, στην πυγμαχία και στο παγκράτιο, θεμελιώθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνος π.Χ. Διατηρήθηκε με ποικίλες επισκευές για περίπου επτά αιώνες έως τις αρχές του 4ου αιώνος μ.Χ., οπότε και εγκαταλείφθηκε οριστικώς. Αποτελείται από εσωτερική αυλή που περιβάλλεται με στοές και συμμετρικά ευρύχωρα, ορθογώνια δωμάτια. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε δεξαμενή ψυχρού λουτρού για τους αθλητές.
Κατά την ίδια περίοδο εντάχθηκαν, στο βορειοανατολικό και βορειοδυτικό τμήμα της παλαίστρας, τα λουτρά που πιθανότατα αντικατέστησαν τους προγενέστερους λουτρώνες των κλασικών χρόνων. Πιθανώς όλος ο χώρος επεκτεινόταν έως την πλατεία Κολωνακίου. Το έργο υλοποιείται κατόπιν εκτεταμένου τρισδιάστατου ψηφιακής τεκμηριώσεως του χώρου, σε συνδυασμό αεροφωτογραμμετρίας, στατικής σάρωσης λέιζερ και κινητής φωτογραμμετρίας. Παραπλεύρως της εισόδου χωροθετείται επίμηκες κτίριο υποδοχής των επισκεπτών, που αναπτύσσεται παραλλήλως με την οδό Ρηγίλλης. Δημιουργούνται, από το Ωδείο, στο νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου, δευτερεύουσα είσοδος και στάση επισκεπτών.


