«Πρέπει να τολμάς να δεις τα έργα αλλιώς, όχι ως μνημείο προς αναπαράσταση, αλλά ως υλικό προς επανεξέταση» δηλώνει ο Θέμελης Γλυνάτσης (φωτό), σκηνοθέτης της νέας παραγωγής της «Αννας Μπολένα» στη Λυρική, 2130885700, 2107234567, η οποία ανεβαίνει από τις 26, στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» και θα παρουσιαστεί για ακόμα πέντε παραστάσεις, στις 29 Μαρτίου, 2, 5, 15, 19 Απριλίου.
Ο κ. Θέμελης Γλυνάτσης επισημαίνει: «Αυτό ήταν και παραμένει το μεγάλο στοίχημα: πώς ένα έργο που είναι δεσμευμένο σε μια συγκεκριμένη αισθητική, μουσική και ιδεολογική παράδοση μπορεί να παρουσιαστεί με έναν άλλον τρόπο, με έναν τρόπο που θεωρώ αφορά περισσότερο ένα σύγχρονο κοινό, όπως επίσης και σύγχρονους ερμηνευτές». Επιπροσθέτως ανέφερε πως «χωρίς να πιστεύω πως πρέπει απαραίτητα να εκσυγχρονίζεται ένα έργο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως μια παράσταση οφείλει να συνδιαλλαγεί με την όποια παράδοση και εν τέλει, εάν χρειάζεται, να την ανατρέψει. Αυτό δεν αποτελεί νομοτέλεια, φυσικά, αλλά πρέπει κανείς να τολμά να δει τα έργα αλλιώς».
Χώρος ζωντανού διαλόγου
Για τη θέαση της ιστορίας ως χώρου ζωντανού διαλόγου, ο Θέμελης Γλυνάτσης εξήγησε: «Η σχέση τέχνης και ιστορίας, ιστορικότητας και πολιτικής είναι εξαιρετικά στιβαρή εδώ και αιώνες. Το έργο του Ντονιτσέτι είναι ενός είδους ιστορική τραγωδία, αλλά η ιστορία χρησιμοποιείται ως διάκοσμος για ένα κατά τα άλλα αστικό μελόδραμα. Εξαρχής ήθελα να επιστρέψω στο έργο το πλαίσιο που του είχε αφαιρεθεί: την ιστορική συνθήκη και τις πολιτικές της προεκτάσεις, όχι όμως προσπαθώντας να διαμορφώσω ένα κοστούμε ντράμα με βλέψεις ιστορικής αυθεντικότητας, αλλά ένα παλίμψηστο ιστορικών αναφορών που εισβάλλουν στην παράσταση είτε μέσω ηλεκτρονικού ήχου είτε μέσω συμβόλων ή μέσω του σκηνογραφικού περιβάλλοντος του Λέσλι Τράβερς και τοποθετούν τη δράση σε μια διανυσματική ιστορικότητα, όπου το παρόν και το παρελθόν συνυπάρχουν, συνομιλούν και συγκρούονται».
Για τον σκηνοθέτη, η εξουσία και η δημόσια αναπαράστασής της είναι ένα από τα μοτίβα του έργου που αναδεικνύονται μέσα από «τα ιστορικά κοστούμια του Γεωργιάδη, συνομιλούν με τα σύγχρονα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού σε ένα σύμπαν όπου το ρούχο αποκτά τόσο βαριά σημειολογία, που συνθλίβει το σώμα και την εσωτερικότητα. Η εικόνα η οποία αντικαθιστά την παρουσία είναι εξαιρετικά παλιά. Η αγγλική Αναγέννηση είχε πλάσει ένα ολόκληρο σύμπαν αναπαράστασης της εξουσίας μέσω της τέχνης, του ρούχου, του θεάτρου, άρα η εικόνα, είτε μιλάμε για ένα ρούχο είτε για ένα πορτρέτο, είχε σαν στόχο την απόκρυψη του καθαρά ανθρώπινου και τη μεταμόρφωσή του σε κάτι συμβολικό, αφαιρετικό, μεγαλοπρεπές».


