Τα φάρμακα τύπου GLP-1 (αγωνιστές του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου- 1) έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό κυρίως ως θεραπείες για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και –τα τελευταία χρόνια– ως ισχυρά εργαλεία για την απώλεια βάρους. Όμως η ιστορία τους φαίνεται να μην σταματά στο σάκχαρο και στα κιλά. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος), αναφέρουν ότι νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να σχετίζονται και με κάτι φαινομενικά άσχετο: τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών χρήσης ουσιών (αλκοόλ, νικοτίνη, οπιοειδή κ.ά.) αλλά και τις σοβαρές επιπλοκές σε ανθρώπους που ήδη παλεύουν με εθισμό.
Προκλινικές μελέτες σε ζώα είχαν ήδη υποδείξει ότι οι αγωνιστές GLP-1 μπορούν να «αγγίζουν» τα εγκεφαλικά κυκλώματα ανταμοιβής (τα γνωστά μεσολιμβικά μονοπάτια), μειώνοντας την ενίσχυση/«ανταμοιβή» από ουσίες όπως το αλκοόλ, η νικοτίνη, η κοκαΐνη και τα οπιοειδή. Σε ανθρώπους, μικρότερες παρατηρητικές μελέτες είχαν συνδέσει τη χρήση GLP-1 με χαμηλότερο κίνδυνο για διαταραχή χρήσης αλκοόλ, καπνού ή κάνναβης, αλλά η εικόνα για άλλες ουσίες και –κυρίως– για «σκληρά» κλινικά καταληκτικά (νοσηλείες, θανάτους, υπερδοσολογίες) παρέμενε θολή.
Εδώ έρχεται μια μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό BMJ (Cai M, Choi T, Xie Y, Al-Aly Z. Glucagon-like peptide-1 receptor agonists and risk of substance use disorders among US veterans with type 2 diabetes: cohort study. BMJ. 2026 Mar 4;392:e086886. doi: 10.1136/bmj-2025-086886), η οποία αξιοποίησε τα ηλεκτρονικά αρχεία υγείας του Υπουργείου Βετεράνων των ΗΠΑ, του μεγαλύτερου ολοκληρωμένου συστήματος υγείας στη χώρα, με εκατοντάδες ιατρικά κέντρα και χιλιάδες εξωτερικά ιατρεία. Οι ερευνητές συνέκριναν βετεράνους με διαβήτη τύπου 2 που ξεκίνησαν αγωνιστή GLP-1 με αντίστοιχους που ξεκίνησαν αναστολέα SGLT-2 (μια άλλη καθιερωμένη κατηγορία αντιδιαβητικών), παρακολουθώντας τους έως τρία χρόνια.
Η σύγκριση με μια άλλη καθιερωμένη θεραπεία, όπως οι αναστολείς SGLT-2, είναι κρίσιμη, γιατί μειώνει την πιθανότητα να εξηγείται το αποτέλεσμα απλώς από το ότι οι ασθενείς που παίρνουν ένα νεότερο φάρμακο παρακολουθούνται πιο στενά ή διαφέρουν ήδη ως προς τη γενική κατάσταση της υγείας τους.
Το πρώτο σκέλος αφορούσε πρόληψη: από μια βάση 606.434 βετεράνων με διαβήτη τύπου 2, επιλέχθηκαν 524.817 χωρίς ιστορικό διαταραχής χρήσης ουσιών, ώστε να μετρηθεί ο κίνδυνος νέας διάγνωσης μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Σε αυτή την κύρια «δοκιμή», 124.001 άτομα ξεκίνησαν GLP-1 και 400.816 άτομα ξεκίνησαν SGLT-2. Η έναρξη GLP-1 συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο για διαταραχή χρήσης αλκοόλ, κάνναβης, κοκαΐνης, νικοτίνης, οπιοειδών, καθώς και για «άλλες» διαταραχές (π.χ. διεγερτικά, ηρεμιστικά/υπνωτικά, εισπνεόμενα κ.ά.).
Όταν οι ερευνητές ένωσαν όλες τις διαταραχές σε ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, ο σχετικός κίνδυνος παρέμενε χαμηλότερος. Πέρα όμως από τους σχετικούς δείκτες, σημασία έχει και το τι μεταφράζεται αυτό στην πράξη: για τη σύνθετη έκβαση όλων των διαταραχών χρήσης ουσιών, οι αγωνιστές GLP-1 συνδέθηκαν με περίπου 6,6 λιγότερα νέα περιστατικά ανά 1.000 άτομα σε βάθος τριετίας. Δηλαδή, σε πρακτικούς όρους, περίπου 6–7 λιγότερες νέες διαγνώσεις ανά 1.000 ανθρώπους μέσα σε τρία χρόνια. Το μοτίβο αυτό φάνηκε συνολικά παρόμοιο και σε διαφορετικές υποομάδες του πληθυσμού, όπως ανά ηλικία, φύλο, φυλή, BMI, HbA1c και τύπο αγωνιστή GLP-1.
Το δεύτερο σκέλος της μελέτης εστίασε σε άτομα που ήδη ζούσαν με διαταραχή χρήσης ουσιών, διερευνώντας αν η έναρξη θεραπείας με GLP-1 θα μπορούσε να συνδέεται με καλύτερη κλινική πορεία. Στην ανάλυση αυτή συμπεριλήφθηκαν 81.617 άτομα με διαβήτη τύπου 2 και διάγνωση διαταραχής χρήσης ουσιών μέσα στον προηγούμενο χρόνο: 16.768 ξεκίνησαν GLP-1 και 64.849 SGLT-2. Στην ομάδα αυτή, οι αγωνιστές GLP-1 συσχετίστηκαν με λιγότερες επισκέψεις στα επείγοντα, λιγότερες νοσηλείες λόγω διαταραχής χρήσης ουσιών και χαμηλότερη θνητότητα που σχετιζόταν με αυτήν.
Παράλληλα, καταγράφηκε μειωμένος κίνδυνος για υπερδοσολογία και για αυτοκτονικό ιδεασμό ή απόπειρα. Και εδώ οι απόλυτες διαφορές έχουν ιδιαίτερο βάρος: για παράδειγμα, οι επισκέψεις στα επείγοντα μειώθηκαν κατά περίπου −8,92 ανά 1.000 σε τρία χρόνια, ενώ ο αυτοκτονικός ιδεασμός/απόπειρα κατά περίπου −9,95 ανά 1.000. Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης την «προσκόλληση» στη θεραπεία και βρήκαν αποτελέσματα στην ίδια κατεύθυνση με αυτά της απλής έναρξης.
Συνεπώς, ένα φάρμακο σχεδιασμένο για τον μεταβολισμό μπορεί να έχει ευρύτερες νευροβιολογικές επιδράσεις — κάτι που συνάδει με την ιδέα ότι η πείνα, η επιβράβευση, οι παρορμήσεις και ο εθισμός μοιράζονται κοινούς νευρωνικούς μηχανισμούς στον εγκέφαλο. Επιπλέον, πραγματικά δεδομένα μεγάλης κλίμακας μπορούν να ανοίξουν δρόμους για νέες θεραπευτικές στρατηγικές σε πεδία όπου οι ανάγκες είναι τεράστιες, όπως οι διαταραχές χρήσης ουσιών.
Παρόλα αυτά να τονίσουμε ότι πρόκειται για μια παρατηρητική μελέτη, οπού ο πληθυσμός ήταν βετεράνοι με διαβήτη τύπου 2 (κατά κύριο λόγο άνδρες και μεγαλύτερης ηλικίας), άρα η γενίκευση σε άλλους πληθυσμούς δεν είναι αυτόματη. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, οι αγωνιστές GLP-1 μπορεί να αποκτήσουν ρόλο όχι μόνο στη ρύθμιση του σακχάρου, αλλά και –συμπληρωματικά– στην πρόληψη και αντιμετώπιση διαταραχών χρήσης ουσιών.


