Παρά τη σημαντική πρόοδο της ιατρικής, η φυματίωση εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο θανατηφόρες λοιμώδεις νόσους παγκοσμίως, με την παρουσία της να παραμένει ισχυρή και στην Ελλάδα, όπου καταγράφονται εκατοντάδες νέα περιστατικά κάθε χρόνο. Την ίδια στιγμή, σοβαρά κενά στην επιτήρηση, την καταγραφή και την παρακολούθηση των ασθενών δημιουργούν ένα σύνθετο και υποεκτιμημένο πρόβλημα δημόσιας υγείας.
Όπως επισημαίνει η Κατερίνα Μανίκα, καθηγήτρια Πνευμονολογίας–Φυματιολογίας του Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μέλος της πανεπιστημιακής Πνευμονολογικής Κλινικής στο ΓΝΘ «Γ. Παπανικολάου», το κοινωνικό στίγμα γύρω από τη νόσο αποτελεί βασικό παράγοντα υποεκτίμησής της. «Οι ασθενείς με φυματίωση είναι οι άνθρωποι χωρίς φωνή. Εμείς εργαζόμαστε να είμαστε η φωνή τους», τονίζει, εξηγώντας ότι πολλοί ασθενείς αποφεύγουν να μιλήσουν δημόσια για το πρόβλημά τους, με αποτέλεσμα αυτό να παραμένει στο περιθώριοq «Δε θα πάνε να μιλήσουν στα ΜΜΕ, δε θα αναζητήσουν τρόπο να κοινοποιήσουν το πρόβλημα, δε θα μιλήσουν για αυτό. Υπάρχουν σύλλογοι για τις πιο σπάνιες παθήσεις αλλά δεν υπάρχει σύλλογος για τη φυματίωση».
Η εικόνα αυτή, σε συνδυασμό με τις δομικές αδυναμίες του συστήματος υγείας και τις ελλείψεις σε δομές φροντίδας και παρακολούθησης, καθιστά αναγκαία μια νέα, ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της νόσου.
Tα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας
Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, στην Ελλάδα καταγράφηκαν περίπου 400 περιστατικά ενεργού φυματίωσης, αριθμός μειωμένος κατά 19% σε σχέση με το 2023. Ωστόσο, όπως διευκρινίζεται, η μείωση αυτή δεν αντανακλά απαραίτητα πραγματική κάμψη της νόσου, αλλά πιθανότατα σχετίζεται με υποδιάγνωση και υποδήλωση. Παρότι η φυματίωση είναι υποχρεωτικά δηλούμενη νόσος στον ΕΟΔΥ, εκτιμάται ότι καταγράφεται μόλις το 20% έως 33% των πραγματικών περιστατικών. Έτσι, ενώ η επίπτωση εμφανίζεται στα 4 περιστατικά ανά 100.000 πληθυσμού, η πραγματική εικόνα πλησιάζει τα 20 ανά 100.000.
«Δε μιλάμε για υποτιθέμενα περιστατικά, για τη φυματίωση που δε διαγιγνώσκεται. Μιλάμε για πραγματικά περιστατικά που προκύπτει η ύπαρξή τους από την κατανάλωση των φαρμάκων, η οποία δείχνει ότι έχουμε πενταπλάσια φυματίωση από αυτή που καταγράφουμε. Γιατί; Γιατί οι γιατροί δεν ασχολούνται με το να υποβάλουν τη φόρμα στον ΕΟΔΥ και γιατί και ο τρόπος καταγραφής είναι ίσως λίγο παλιός και δυστυχώς δεν είναι ηλεκτρονικός, οπότε υπάρχει μια δυσκολία στον ΕΟΔΥ να συλλέξει τα δεδομένα του», σημειώνει η καθηγήτρια.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι δεν καταγράφεται συστηματικά η έκβαση των ασθενών. «όταν δεν καταγράφεται η έκβαση, δεν ξέρουμε πόσοι πεθαίνουν», επισημαίνει η κ. Μανίκα, τονίζοντας ότι πολλοί ασθενείς δεν επιστρέφουν για επανέλεγχο μετά τη θεραπεία, η οποία διαρκεί 6 έως 9 μήνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της αγωγής, την υποτροπή και τη συνέχιση της μετάδοσης της νόσου.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2024 οι μισοί ασθενείς είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα και οι υπόλοιποι προέρχονταν από άλλες χώρες, κυρίως από την Κεντρική και Νότια Ασία, την Ανατολική Ευρώπη και την Υποσαχάρια Αφρική. «Ενώ παλαιότερα οι περισσότεροι ήταν παλιννοστήσαντες από την πρώην Σοβιετική Ένωση, τώρα αυτό έχει αλλάξει. Επίσης το ποσοστό των αλλοδαπών αυξάνεται», αναφέρει.
Σημαντικό ποσοστό των περιστατικών αφορά ευάλωτες ομάδες που ζουν σε συνθήκες ομαδικής διαβίωσης, όπως δομές μεταναστών, φυλακές και καταυλισμοί ρομά. Συγκεκριμένα, το 16,5% των περιστατικών καταγράφηκε σε τέτοιες συνθήκες, με το 57% να αφορά δομές μεταναστών.
Σε ό,τι αφορά τους ανήλικους, το 2024 καταγράφηκαν 25 περιστατικά (6% του συνόλου), εκ των οποίων τα περισσότερα αφορούσαν παιδιά και εφήβους που διέμεναν σε δομές προσφύγων.
Η έκβαση της νόσου παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις: «Εμείς έχουμε περίπου 30-40 νέες περιπτώσεις φυματίωσης κάθε χρόνο. Το 56 % αυτών έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδας. Με βάση τα στοιχεία που έχουμε εμείς από το δικό μας ιατρείο φαίνεται ότι η έκβαση μας είναι πολύ χειρότερη από ό,τι ο παγκόσμιος μέσος όρος, δηλαδή είναι γύρω στο 60% η θετική έκβαση, ενώ παγκοσμίως είναι γύρω στο 88%».
Η μεγαλύτερη θνησιμότητα καταγράφεται στους Έλληνες ασθενείς, καθώς «Το 15% των Ελλήνων με φυματίωση πεθαίνουν», κυρίως λόγω ηλικίας, ανοσοκαταστολής και συνοδών νοσημάτων. Αντίθετα, καλύτερη έκβαση εμφανίζουν νεότεροι πληθυσμοί, όπως οι παλιννοστήσαντες.
«Η λύση του προβλήματος της φυματίωσης είναι πολιτική, δεν είναι ιατρική»
Ιδιαίτερο πρόβλημα παρουσιάζεται στους ασθενείς που προέρχονται εκτός Ευρώπης, όπου το 55% έχει αρνητική έκβαση. «Δηλαδή ενώ γίνεται η διάγνωση παίρνουν τα φάρμακα για 1 -2 μήνες, αισθάνονται καλύτερα, μετά παρατάνε τα φάρμακα και πηγαίνουν μετακινούνται αλλού, σταματούν να έρχονται στο ιατρείο, διακόπτουν την θεραπεία, που σημαίνει ότι γίνονται ξανά μεταδοτικοί και μεταδίδουν τη νόσο. Αυτοί οι άνθρωποι έρχονται συνήθως μόνοι τους, χωρίς κανέναν υποστηρικτικό ιστό. Όμως, δεν υπάρχουν κοινωνικές δομές στην Ελλάδα που να μπορούν να υποστηρίξουν ανθρώπους με φυματίωση».
Η ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο είναι, σύμφωνα με την ίδια, επιτακτική. «Η λύση του προβλήματος της φυματίωσης είναι πολιτική, δεν είναι ιατρική. Η ιατρική λύση υπάρχει», υπογραμμίζει, τονίζοντας ότι απαιτούνται δράσεις για τη μείωση της υποδήλωσης, τη βελτίωση της διάγνωσης, τη διασύνδεση των δομών υγείας και την ενίσχυση της συμμόρφωσης στη θεραπεία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην πρόληψη, με ελέγχους σε δομές μεταναστών και φυλακές, αλλά και στον στοχευμένο εμβολιασμό νεογνών από ευάλωτες ομάδες. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, το κοινωνικό στίγμα παραμένει εμπόδιο ακόμη και σε αυτή τη διαδικασία.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η φυματίωση εμφανίζει υψηλά ποσοστά πολυανθεκτικότητας, καθώς «έχουμε πολύ ανθεκτική φυματίωση -δηλαδή μπορεί στην Ευρώπη να έχουμε το 2% του συνολικού φορτίου της φυματίωσης, αλλά μία στις έξι πολυανθεκτικές νοσήσεις είναι στην Ευρώπη», κυρίως σε χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, γεγονός που αποδίδεται στην κακή χρήση φαρμάκων.
Το 2024 καταγράφηκαν 25.000 νέες περιπτώσεις φυματίωσης στην Ευρώπη, με επίπτωση 24 ανά 100.000 πληθυσμού και 16.000 θανάτους. Σε ευάλωτες ομάδες, η επίπτωση ξεπερνά τα 1.000 περιστατικά ανά 100.000 πληθυσμού.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με τον Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, το 2024 καταγράφηκαν 10,7 εκατομμύρια νέα περιστατικά και 1,23 εκατομμύρια θάνατοι. «Η επίπτωση της φυματίωσης είχε διαταραχθεί λόγω της πανδημίας…», σημειώνει η καθηγήτρια, εξηγώντας ότι η εστίαση των συστημάτων υγείας στον COVID-19 οδήγησε σε καθυστερήσεις διάγνωσης και αύξηση των θανάτων, με αποτέλεσμα, όπως εκτιμάται, να καταγραφούν περίπου 500.000 επιπλέον θάνατοι.


