Πάγια άποψη του συντάκτη αυτής της στήλης είναι ότι, εάν υπάρχει ένας τομέας στον οποίο αναδεικνύεται η ανεπάρκεια της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, αυτός είναι ο τομέας της αμυντικής βιομηχανίας. Οι τελευταίες εξελίξεις με τα e-mails της τρόικας, τα οποία, κατά την κυρία Φώφη Γεννηματά, επέβαλλαν το κλείσιμο σημαντικών αμυντικών βιομηχανιών της χώρας και την απόλυση άνευ αποζημιώσεως των εργαζομένων -πράγμα εξ ολοκλήρου αναληθές-, αποτελούν ακόμη μία επιβεβαίωση της παραπάνω απόψεως, με υπεύθυνη αυτή τη φορά την αναπληρώτρια υπουργό Εθνικής Αμυνας.
Η κυρία Γεννηματά, στην οποία ανετέθη, άγνωστο με ποια προσόντα και εμπειρία στον χώρο, ο χειρισμός των προβλημάτων της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας, χειρίσθηκε το θέμα όπως… αναμενόταν. Και όταν διαπίστωσε ότι τα είχε κάνει θάλασσα, πέταξε απλώς το μπαλάκι στον πρωθυπουργό Αντ. Σαμαρά, που καλείται να επιλύσει ακόμη ένα πρόβλημα, επιβεβαιώνοντας τη γνωστή ρήση του επίτιμου που, όταν ρωτήθηκε προ καιρού για την απόδοση της κυβερνήσεως, είπε το αμίμητο «Ποια κυβέρνηση; Ο Σαμαράς είναι μόνος του».
Τρεις εβδομάδες πριν (18/8/13), η «κυριακάτικη δημοκρατία» σε άρθρο της με τίτλο «Μία μελέτη για γέλια και για κλάματα που θα… διασώσει τα ΕΑΣ» είχε επισημάνει τις σαθρές βάσεις πάνω στις οποίες στηριζόταν η πρόταση του ΥΠΕΘΑ για τη διάσωση των ΕΑΣ. Κεντρικό σημείο της προτάσεως ήταν η μια υποτιθέμενη «Μελέτη Βιωσιμότητας», η οποία προέβλεπε ότι η εταιρία θα μπορούσε να λειτουργεί με πρωτογενές πλεόνασμα εντός οκτώ μηνών, υπό την προϋπόθεση να της δοθούν 30.000.000 ευρώ για την επανεκκίνησή της (σ.σ.: άλλα 12.000.000 ευρώ για αποζημιώσεις από απολύσεις 350 εργαζομένων προστέθηκαν αργότερα).
Στο άρθρο αναφερόταν αναλυτικά ο Πίνακας 7 με τίτλο «Ανάγκες Χρηματοδότησης», στον οποίο καταγράφονταν το «Σύνολο Υποχρεώσεων» της εταιρίας και σε διπλανή στήλη τα ποσά που ήταν «Αμεσα Απαιτητά», αυτά δηλαδή που πρέπει να καταβληθούν με την επανεκκίνηση της εταιρίας. Το σύνολο των υποχρεώσεων αυτών σε μισθούς, ασφαλιστικά ταμεία, Εφορία, προμηθευτές κ.ά. ανέρχεται σε περίπου 59.000.000 ευρώ (58.789.000 για την ακρίβεια), ενώ τα άμεσα απαιτητά κατά τη μελέτη ήταν 30.000.000 ευρώ (31.089.000 για την ακρίβεια).
Η σοβαρότητα του σχεδίου της ελληνικής πλευράς φαίνεται από το γεγονός ότι, αν αφαιρέσει κανείς τα περίπου 30.000.000. ευρώ (άμεσα απαιτητά, με την επανεκκίνηση της εταιρίας), απομένουν 29.000.000 που μπορεί να μην είναι άμεσα απαιτητά, αλλά, όταν το μεγαλύτερο μέρος τους αφορά οφειλές προς προμηθευτές (σ.σ.: από τα 32.000.000 ευρώ συνολικές οφειλές προβλέπεται η άμεση καταβολή μόνο 11.000.000 = υπόλοιπο 21.000.000) και ασφαλιστικά ταμεία (από τα 10.500.000 προβλέπεται η καταβολή μόνο 3.800.000 = υπόλοιπο 6.700.000), είναι προφανές ότι αυτά (περί τα 27.700.000) θα πρέπει να καταβληθούν στο μεσοδιάστημα, διαφορετικά δεν θα είναι δυνατή η αγορά υλικών για τη συνέχιση της λειτουργίας.
Το σχέδιο Γεννηματά δεν φαίνεται επίσης να προβλέπει το κόστος λειτουργίας της εταιρίας στο διάστημα από την επανεκκίνησή της μέχρι των πρώτων εισπράξεων από τις παραδόσεις υλικού σε πελάτες, το οποίο κυμαίνεται από οκτώ έως 12 μήνες. Το σημερινό λειτουργικό κόστος της εταιρίας ανέρχεται σε 35.000.000 ευρώ. Αν υποθέσουμε ότι αυτό θα μειωθεί σταδιακά στα 25.000.000 λόγω μειώσεως του προσωπικού, θα πρέπει να υπολογισθεί άλλη μία δαπάνη της τάξεως των περίπου 30.000.000 για να συνεχίσει να λειτουργεί η εταιρία. Ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο κόστους του όλου εγχειρήματος είναι το κόστος των μετεγκαταστάσεων (από τα πέντε εργοστάσια μένουν τελικώς δύο) του εξοπλισμού των εργοστασίων που θα κλείσουν σε αυτά που θα μείνουν.
Ανάλογα με την απόφαση μετεγκαταστάσεως το κόστος αυτό μπορεί να ανέλθει από 20.000.000 έως και 40.000.000 ευρώ. Αν αθροίσει κανείς τα ποσά αυτά, το κόστος που προκύπτει απέχει κατά πολύ από αυτό που υπολογίζει η ελληνική πρόταση, των 30.000.000 δηλαδή για επανεκκίνηση και άλλων 12.000.000 για αποζημιώσεις προσωπικού. Στο περίφημο e-mail που έστειλε πρόσφατα η τρόικα το συνολικό κόστος της ελληνικής προτάσεως εκτιμάται ότι θα είναι 144.000.000 ευρώ, ποσό υπερβολικό κατά την άποψή μας -πολύ πάνω από τα περίπου 120.000.000 ενός ρεαλιστικού κόστους-, αλλά πολύ κοντύτερα στην πραγματικότητα από το εξωπραγματικό κόστος των 42.000.000 ευρώ που υπολογίζουν η Φ. Γεννηματά και το επιτελείο της.
Και αν πούμε ότι καλά μέχρι εδώ, ας υποθέσουμε ότι φτάσαμε σε ένα σημείο όπου να έχουμε κάνει την αναδιάρθρωση με ένα προσωπικό της τάξεως των 500 ατόμων. Ποια, όμως, θα είναι η προοπτική από εκεί και μετά; Διότι, εάν υπάρχει ένα οργανωμένο σχέδιο που θα αποδεικνύει τη βιωσιμότητα της εταιρίας σε βάθος χρόνου (μιλάμε το λιγότερο για μία δεκαετία), τότε, ναι, αυτό μπορεί να αποτελέσει αντεπιχείρημα στις αιτιάσεις της τρόικας.
Και επειδή τέτοιο σχέδιο μάλλον δεν υπάρχει, αυτό που πρέπει να γίνει από το ΥΠΕΘΑ, την ύστατη αυτή στιγμή, είναι να εκπονήσει έναν ορίζοντα εργασιών (scope of work) για τη συγκεκριμένη αμυντική βιομηχανία που επιθυμεί και μπορεί να διατηρήσει, καθώς επίσης και να συντάξει ένα σχέδιο συμβάσεως-πλαίσιο, τουλάχιστον δεκαετούς διάρκειας, με ένα μείγμα των άκρως αναγκαίων υλικών και εργασιών συντηρήσεως που θα ανατίθενται στα ΕΑΣ σε ετήσια βάση, καλυπτόμενα με αντίστοιχα κονδύλια του προϋπολογισμού που θα διαθέτει. Αυτό το σχέδιο και μόνο μπορεί να είναι ο πυλώνας για τη στήριξη της συγκεκριμένης βιομηχανίας και σε πολύ μικρότερο βαθμό οι όποιες διατυμπανιζόμενες εξωπραγματικές εξαγωγές.
Απλές μαθηματικές γνώσεις
Η παραπάνω προσέγγιση υποστηρίζεται και σε ιστορική βάση. Αν πάμε λίγο πίσω, θα δούμε ότι τα τελευταία οκτώ χρόνια οι συμβάσεις των ΕΑΣ με το ΥΠΕΘΑ ανήλθαν σε μόλις 110.000.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων και των εξαγωγών που δεν ξεπερνούν το 5% του συνόλου). Με άλλα λόγια, οι συμβάσεις αυτές ανέρχονταν σε ψίχουλα για τη διατήρηση μίας βιομηχανίας αυτού του μεγέθους. Αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που συνεχώς συσσωρεύονταν ζημίες, χωρίς κανείς από τους εκάστοτε μεγαλόσχημους που πέρασαν από το ΥΠΕΘΑ τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια να πάρει χαμπάρι.
Οπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, στις συναντήσεις της εταιρίας συμβούλων με το ΥΠΕΘΑ, το τελευταίο προσδιόρισε ότι μπορεί να δίνει ετησίως στα ΕΑΣ παραγγελίες 10.000.000-15.000.000 ευρώ.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η λύση που προώθησε η κυρία Γεννηματά είχε ως αποτέλεσμα την απάντηση της τρόικας που είδαμε στο περίφημο e-mail, το οποίο την έκανε να φωνάξει στον Αντώνη Σαμαρά… «βοήθειααα!». Γιατί η άποψή της περί βιωσιμότητας μίας εταιρίας, που, μετά την αναδιάρθρωση, θα έχει προσωπικό 500 άτομα, 25.000.000 ευρώ λειτουργικά έξοδα και μία γκάμα προϊόντων με προστιθέμενη αξία 50% (αισιόδοξο, αλλά ας το δεχτούμε), θα απαιτεί έναν ετήσιο τζίρο της τάξεως των 50.000.000 ευρώ, τη στιγμή που το ΥΠΕΘΑ μπορεί να δίνει παραγγελίες της τάξεως των 10.000.000-15.000.000 ετησίως, είναι τελείως…κουφή. Και εκτός από την άμεση αντίδραση της τρόικας, προκάλεσε απορίες όχι για τις πολιτικές ικανότητές της (αυτές προφανώς υπάρχουν εκ κληρονομικότητος), αλλά και για τις γνώσεις της… στην πρακτική αριθμητική.
Μάνος Ηλιάδης


