Συνολικά 478 σελίδες και 29 κεφάλαια, γεμάτα… τουφέκια G3, αίμα, περίστροφα των 38, σαρανταπεντάρια, χειροβομβίδες, ανθρώπους-στόχους και «ένοπλη κριτική», όπως ο συγγραφέας (έγκλειστος στον Κορυδαλλό, καταδικασθείς 11 φορές σε ισόβια) ερμηνεύει τις δολοφονικές ενέδρες και τις τρομοκρατικές ενέργειες. Ενα εισαγωγικό σημείωμα -χωρίς συγγνώμες ή δεύτερες σκέψεις- με ένα «οφειλόμενο ευχαριστώ προς τους παλιούς και νέους φίλους και συντρόφους». Ενας πρόλογος υπογεγραμμένος από στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ (τον Νίκο Γιαννόπουλο, ιδρυτικό μέλος της συνιστώσας «Ρόζα») για το «ξεχωριστό αυτό βιβλίο (σ.σ.: το οποίο και επιμελήθηκε), χωρίς υπερβολή, με χαρακτήρα ιστορικού ντοκουμέντου», στο οποίο «το πολιτικό στοιχείο συνυπάρχει με την “αστυνομική περιπέτεια”». Πόνος και μεταμέλεια για το «μοναδικό λάθος» στριμώχνονται σε μια παράγραφο -καμιά 100στή σελίδες πριν από τον επίλογο- για τον (τραγικό, σίγουρα όχι στο πλαίσιο κάποιας φανταστικής αστυνομικής περιπέτειας) θάνατο ενός νέου ανθρώπου. Και ένας επίλογος για το «ενδεχόμενο της επανάστασης και της αταξικής κοινωνίας» που εξαρτάται «…από την απελευθερωτική συνάντηση του όπλου της κριτικής με την κριτική των όπλων».
«Το χρωστάγαμε»
Είναι η σύνοψη του… ημερολογίου ενός σκληρού και αμετανόητου εκτελεστή – του επιχειρησιακού αρχηγού της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, για την ακρίβεια. Το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα με τίτλο «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» (το εξώφυλλο με τους αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ σχεδίασε ο γιος του Εκτορας Κουφοντίνας-Σωτηρόπουλος) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη, γιατί -όπως γράφει ο «Λουκάς» της 17Ν- «το οφείλαμε στις γενιές που πέρασαν, το χρωστάγαμε στις γενιές που θα έρθουν. Σήμερα, ύστερα από σαράντα χρόνια στο κίνημα (τέσσερα στο μαζικό, τέσσερα στο πολύμορφο, είκοσι στη 17Ν, δώδεκα πολιτικός κρατούμενος), δίχως να απαρνηθώ την προσωπική μου ιστορία, δίνω σε τούτο το βιβλίο τον πρώτο απολογισμό αυτής της πορείας. Και μαζί μια συμβολή στην ιστορία του μεταπολιτευτικού κινήματος της ένοπλης κριτικής». Αναφέρεται στα χρόνια της δράσης του, από την πρώτη φάση, που ως «Αντώνης» θαύμασε την εκτέλεση του σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα Pίτσαρντ Σκίφινγκτον Γουέλς, έως τη γνωριμία του με τα ηγετικά στελέχη του ΕΛΑ και «συντρόφους» του από άλλες οργανώσεις, την ένταξή του στη 17Ν και την «πυκνή δράση» της οργάνωσης, «το τέλος της ένοπλης διαδρομής» του («οι συλληφθέντες είχαν την απελπισία του ναυαγού») αλλά και το πρόσφατο παρελθόν και το σήμερα, όπου κυριαρχεί η κριτική στη σύγχρονη Αριστερά και στα ΜΜΕ («μεγαλοδημοσιογράφοι, πόρνες πολυτελείας που μισθώνουν με αμοιβή αστρονομικά ποσά τον λόγο και την πένα τους στους νταβατζήδες των ΜΜΕ» γράφει για την εποχή της δίκης).
Η νύχτα της 29ης Ιουλίου 2002 στον Πειραιά με τον Σάββα Ξηρό
Ο Κουφοντίνας ξεκινά το βιβλίο του από το… τέλος της δράσης της 17Ν. Το κεφάλαιο «Το τυχαίο» περιγράφει το βράδυ του Σαββάτου 29 Ιουνίου 2002, όταν η βόμβα έσκασε στα χέρια του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά (σε ενέργεια με στόχο εταιρίες που «ανήκαν σε δύο από τους πιο σκληρούς εφοπλιστές της ακτοπλοΐας»). Ο Κουφοντίνας ήταν εκεί.
«Η έκρηξη ήταν μικρή, υπόκωφη, μια φευγαλέα λάμψη, ένα σύννεφο καπνού και σκόνης σηκωνόταν στον αέρα. Τόσα χρόνια κάθε φορά που βάζαμε μια βόμβα είχαμε φανταστεί τον κρότο, τη λάμψη, το ωστικό κύμα μιας άκαιρης έκρηξης να περνούν από μέσα μας (…) “Μπορείς να περπατήσεις;” φώναξα. “Φύγε εσύ. Εσύ φύγε”. Εκείνη την ώρα, τόσο κοντά στον παντοτινό μας συνοδοιπόρο, σκεφτόταν μόνο τον σύντροφό του. Ηθελε να φύγω, να μη μείνω δίπλα του. Εψαξα γύρω, μέσα στον καπνό, στη σκόνη, στα σπασμένα κλαδιά, στα πεσμένα φύλλα. Εψαχνα το όπλο, τις χειροβομβίδες, τη μικρή τσάντα. Πουθενά. Αργότερα θα τα βρει η Αστυνομία κάτω από το κοντέινερ των γραφείων ή γαντζωμένα στα κλαδιά των δέντρων (…) Από μακριά ακούγονταν οι πρώτες σειρήνες των περιπολικών. Απομακρύνθηκα στη σκοτεινιά της προβλήτας. Σκοτείνιαζε ήδη για το μεταπολιτευτικό αντάρτικο πόλης».
Ακολουθεί το κεφάλαιο «Η γέννηση»: «Γεννήθηκα στις 17 Νοέμβρη1973. Εκεί στα δεκαπέντε μου, τον Νοέμβρη του 1973, γεννήθηκα πολιτικά (…). Σήμερα που ξαναπιάνω αυτό το χειρόγραφο για τη δεύτερη γραφή του, ανήμερα 17 Νοέμβρη του 2013, φορτισμένος από τη μνήμη εκείνου του Νοέμβρη, αναστοχάζομαι ολόκληρη την πολιτική μου διαδρομή. Είμαι πια σαράντα χρονών πολιτικός άνθρωπος, βιολογικά στα πενήντα πέντε μου, στον δωδέκατο ήδη χρόνο στο υπόγειο κελί (…) Είναι εκείνο το πνεύμα του Νοέμβρη που με διαπότισε. Των Νοέμβρηδων που πέρασαν και αυτών που πασχίζουμε να έρθουν». Στη συνέχεια τα κεφάλαια «Η πολιτική εφηβεία» («Στα τέλη του 1975, στις 23 Δεκεμβρίου, αστράφτει ένα μετέωρο στον πολιτικό ουρανό. Εκτελείται στο Ψυχικό ο σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα. Οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα ενορχηστρώνονται σε μία συναυλία κακόφωνης παραπληροφόρησης») και «Από το μαζικό στο πολύμορφο».
«Δεν είχα πού να αφήσω το παιδί» (και το έπαιρνε στις «πρόβες»)
Στο κεφάλαιο «Τα πρώτα βήματα στον τόπο των παρανόμων» ο Κουφοντίνας «παρουσιάζει» τον… Αντώνη: «Με λένε Δημήτρη σαν τον παππού και μπαίνω βαθιά στην παρανομία. Χρειάζομαι ένα όνομα γι’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο. Δεν σκέφτομαι πολύ: Αντώνης, από το Μαουτχάουζεν του Καμπανέλλη. Στη διαδρομή μου στα χρόνια της παρανομίας πήρα και μου έδωσαν πολλά ονόματα. Ομως, όταν μιλώ με τον παράνομο εαυτό μου, τον λέω πάντα Αντώνη».
Αναφέρει ο ίδιος στο εισαγωγικό του σημείωμα: «Αυτονόητα, δεν μπορεί να ειπωθεί σήμερα όλη η αλήθεια – θα έρθει η ώρα να ειπωθεί ολόκληρη, να δοθεί όνομα στα πάντα. Οσα ειπωθούν σήμερα, όμως, πρέπει να είναι όλα αλήθεια». Στις επόμενες σελίδες ο Κουφοντίνας αναφέρεται στην «αναθεματισμένη αλλεργία» του στη «σκόνη δυναμίτη», σε έναν μυστηριώδη πληροφοριοδότη, αλλά και στον γιο του, τον Εκτορα, που σε ηλικία… πέντε μηνών ήταν παρών σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την απόπειρα δολοφονίας του Β. Βαρδινογιάννη:
«Δεν είχα πού να αφήσω το παιδί (…) στο κόκκινο Λάντα (…) στεκόταν σοβαρό στο καρεκλάκι του, ανάμεσα σε πάνες και μπιμπερό. Αργότερα θα το νανούριζα σε ένα λοφάκι παρατηρητήριο πάνω από το σημείο όπου δούλευαν οι τεχνικοί μας».
Περίπου στο μέσο του βιβλίου του ο Κουφοντίνας έχει ήδη αναφερθεί σε «μυστικά» της δράσης της 17Ν («εμπλουτίσαμε τον τρόπο συλλογής πληροφοριών με τη χρήση του “Μάκη”, όπως ονομάσαμε μια κρυφή κάμερα προσαρμοσμένη σε κάποιο όχημα») και προβαίνει στην αποκάλυψη ενός άγνωστου έως σήμερα προσώπου, πιθανώς ευκατάστατου, που έδινε πληροφορίες στην οργάνωση για μελλοντικούς στόχους της και «ρωτούσε για τον προγραμματισμό γιατί ήθελε να συμμετάσχει σε κάποια ενέργεια»! Ο Κουφοντίνας τον χαρακτηρίζει «βαθιά ευγενικό άνθρωπο», ακόμα και την τελευταία φορά που χαιρετήθηκαν «κάπως ψυχραμένα». Γράφει:
«Αμεσες πληροφορίες είχαμε ελάχιστες. Κάποτε μας αναζήτησε επίμονα ένας αξιόλογος άνθρωπος, που μπορούσε να κινηθεί στους κύκλους της άρχουσας τάξης. Τον συνάντησα αρκετές φορές. Δεν ήταν πάντα αξιοποιήσιμες οι πληροφορίες – ήταν άλλωστε πολύ μεγάλος ο όγκος τους. Θα ήταν χρήσιμες σε μία πολιτική οργάνωση, ένα έντυπο, για τις ανάγκες της προπαγάνδας και της αντιπληροφόρησης. Βοηθούσαν όμως “να καταλάβουμε τον εχθρό”. (…) Για να επανέλθω στον πληροφοριοδότη μας, τον Γέρο, όπως τον έλεγα για να τον πειράξω. Η σχέση μας ήταν δύσκολη, η επικοινωνία δυσκολευόταν από την απόσταση δύο διαφορετικών κόσμων (…) Μια μέρα ζήτησα από τον Γέρο να κάνουμε μια περιοδεία στις ακριβές συνοικίες της Αθήνας. Ακριβό το αμάξι του, το ντύσιμό του, ό,τι έπρεπε για την περιοχή. Είχα ντυθεί και εγώ ανάλογα (…) Επέμενε, στην τελευταία μας συνάντηση, να του δώσω μια μπόμπα, να τη βάλει σε μια βίλα ενός μεγαλοπαράγοντα του τόπου “να μην κινδυνέψει κανένας, μόνο να τρομοκρατηθούν”. Του αρνήθηκα. Θα κινδύνευε ο ίδιος, θα “καιγόταν”. Ακόμα και τότε με διαβεβαίωσε ότι κάθε στιγμή τα σπίτια, τα οχήματά του ήταν στη διάθεση της οργάνωσης».
Η συγγνώμη για το αθώο αίμα του Αξαρλιάν
Προς το «κλείσιμο» του βιβλίου του ο Δημήτρης Κουφοντίνας αναφέρεται στον αδικοχαμένο νεαρό Θάνο Αξαρλιάν, που έπεσε νεκρός στις 14 Ιουλίου του 1992 στην επίθεση με ρουκέτα κατά του τότε υπουργού Οικονομικών Γιάννη Παλαιοκρασσά. Είναι η μοναδική ενέργεια της τρομοκρατικής οργάνωσης για την οποία ο Κουφοντίνας δηλώνει μετανιωμένος.
«Ηταν ένα τραγικό λάθος. Ηταν το μοναδικό τέτοιο λάθος της 17Ν» γράφει στο κεφάλαιο «Αλλαγή του πολιτικού τοπίου». Και περιγράφει: «Εκείνη τη μέρα τα πράγματα πήγαν ξανά ανάποδα. Ο Παλαιοκρασσάς αποφάσισε να οδηγήσει ο ίδιος το βαρύ, δύσκολο στην οδήγηση αυτοκίνητο. Ετσι ο άπειρος οδηγός δεν πήρε ομαλά τη στροφή από Καραγεώργη Σερβίας προς Βουλής. (…) Η ρουκέτα έξυσε το Μερσεντές και εξερράγη σύρριζα δίπλα της. Ο Παλαιοκρασσάς απλώς τραυματίστηκε, όμως το ωστικό κύμα χτύπησε έναν περαστικό που είχε διεισδύσει στο χρονικό κενό, στο τυφλό σημείο της παρατήρησης. Ενας αθώος άνθρωπος, ο Θάνος Αξαρλιάν, ένας από τους δικούς μας, γι’ αυτούς που αγωνιζόμασταν να έχουν ένα καλύτερο αύριο, έμεινε δίχως αύριο. Ο πόνος μας μεγάλος, ο δικός μου αβάσταχτος (…) Μπορεί να είχε ευθύνη η Αστυνομία, να μπλόκαρε επί μισή ώρα σχεδόν το ασθενοφόρο. Ομως την κύρια ευθύνη την είχαμε εμείς. Χρόνια αργότερα, στο δικαστήριο ζήτησα συγγνώμη. Είπα ότι ήταν λάθος η επιλογή του τόπου, λάθος η επιλογή του τρόπου. Λάθη έγιναν στην πραγματοποίηση της ενέργειας. Λάθος ήταν και η εμμονή να γίνει οπωσδήποτε εκεί η ενέργεια».
Πώς πέρασε τις εξετάσεις με το 45άρι
«Πέρασα τις εξετάσεις» γράφει αναφερόμενος στην πρώτη επαφή του με 45άρι. «Σε ένα παράνομο σπίτι περιμένεις να υπάρχουν όπλα. Ομως ένα 45άρι που εμφανίζεται ξαφνικά, και μάλιστα περασμένο στη ζώνη, σε θέση ετοιμότητας δηλαδή, και με τον κόκορα υψωμένο (…) Ενταση, άγχος (…) Ο Κοσμάς ξανακάθισε και με μια αργή, μεγαλοπρεπή κίνηση έβγαλε το 45άρι και το ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά του ακριβώς. “Να το πάρω;” “Ναι, ελεύθερα, είναι άδειο”. (…) Κατάλαβα την ώρα που άπλωνα το χέρι να το πιάσω και πριν σηκώσω τα μάτια προς τα χαμογελαστά πρόσωπα: Ηταν μια τελετουργία (…) Κρατούσα στο χέρι, πρώτη φορά, ένα 45άρι, βαρύ, “κοντά ένα κιλό”. Ο Δαμιανός το είχε λύσει κι εγώ το συναρμολόγησα αμέσως. Νέοι έπαινοι».
Στη συνέχεια ο «Λουκάς» της 17Ν αναφέρει ότι δεν ήθελε να «εξοικειωθεί» με το όπλο: «Δεν ήταν ένα παιχνίδι ούτε έβλεπα τους λόγους να βγαίνω βόλτα μαζί του (…) θεωρούσα το όπλο ευθύνη. Αν το έχεις πάνω σου, πρέπει να το χρησιμοποιήσεις (…) Η αγάπη στα όπλα δεν είναι παρά η φροντίδα που έχει ο εργάτης ή ο μάστορας για τα εργαλεία της δουλειάς του». Στο μεταξύ, περιγράφοντας τα χτυπήματα της οργάνωσης κατά Τούρκων αξιωματούχων στην Ελλάδα, ο Κουφοντίνας αναφέρει ότι δεν είχαν «εθνικιστικό» περιεχόμενο, καθώς «η 17Ν δεν χτύπησε οποιονδήποτε Τούρκο, χτύπησε τον επεκτατικό τουρκικό καπιταλισµό, του οποίου θύµα αποτελεί και ο ίδιος ο τουρκικός λαός».
Τον πλησίασαν
Σε άλλο σημείο γράφει: «Πρώτη φορά ασχολήθηκαν σοβαρά με τον εντοπισμό μου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, επί Μητσοτάκη. Τότε διαπιστώσαμε παρακολούθηση έξω από το πατρικό μου σπίτι, συνήθως με συμβατικά οχήματα. Τον συντονισμό των ερευνών είχε αναλάβει μια ομάδα αστυνομικών, ασφαλιτών, κυπατζήδων και ιδιωτικών ρουφιάνων, που κατευθύνονταν από ειδικούς πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ».
Η «απολογία» των εκδόσεων Λιβάνη
Για την έκδοση του βιβλίου «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» του Δημήτρη Κουφοντίνα γράφει στο «σημείωμα του εκδότη» ο εκδοτικός οίκος Λιβάνη:
«Πιστεύουμε ότι πρέπει να φωτιστούν όλες οι πτυχές της ελληνικής Ιστορίας σε κρίσιμες και αμφισβητούμενες ιστορικές περιόδους. Με πίστη στην αρχή της διερεύνησης κρίσιμων φάσεων της ιστορικής και πολιτικής εξέλιξης και με μοναδικό κριτήριο να χυθεί άπλετο φως, προχωρήσαμε στην έκδοση του βιβλίου αυτού. Είναι αυτονόητο ότι ο εκδοτικός οίκος, βασιζόμενος στις παραπάνω αρχές, έχει εκδώσει και άλλα βιβλία σχετικά με την ύπαρξη και τη δράση της 17Ν, που αποδεικνύουν κάθε φορά ότι η έκδοση ενός βιβλίου δεν σημαίνει ότι ο εκδοτικός οίκος συμμερίζεται ή ταυτίζεται με τις απόψεις των συγγραφέων. Οι σκέψεις που αναλύονται από τον συγγραφέα στο βιβλίο είναι αντίστοιχες με τα κείμενα των προκηρύξεων της 17Ν, όπως αυτά έχουν δημοσιοποιηθεί από τα ΜΜΕ και επίσης έχουν αναδειχθεί μέσα από τη διαδικασία της πολύκροτης δίκης και έχουν καταχωριστεί στα πρακτικά της δίκης».


