Πίσω από τους ξεφλουδισμένους τοίχους, τα σπασμένα τζάμια και τις σκουριασμένες καγκελόπορτες κρύβονται ιστορίες από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ταλαιπωρημένες από το πέρασμα του χρόνου, οι προσφυγικές πολυκατοικίες της λεωφόρου Αλεξάνδρας αναζητούν πλέον αγοραστή μέσω του ΤΑΙΠΕΔ. Πολλά από τα ιστορικά κτίρια που κάποτε φιλοξενούσαν Ελληνες πρόσφυγες, ξεριζωμένους από την πατρίδα τους, σήμερα ρημάζουν, καθώς έχουν καταληφθεί από άστεγους, τοξικομανείς και παράνομους μετανάστες. Οι λιγοστοί, πλέον, μόνιμοι κάτοικοι βιώνουν καθημερινά την υποβάθμιση της γειτονιάς τους.
«Ανησυχώ μήπως αυτοί που διαχειρίζονται τα κτίρια τα αποχαρακτηρίσουν και ύστερα τα κατεδαφίσουν. Εγώ έχω “φάει” 10 χρόνια από τη ζωή μου για να μην γκρεμιστούν και αν γίνει αυτό θα πρέπει να περάσουν πρώτα από το πτώμα μου!» λέει στη «δημοκρατία» ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Ευταξιόπουλος, ο οποίος γεννήθηκε στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας και ζει μέχρι σήμερα στο ανακαινισμένο διαμέρισμά του. Οπως λέει ο 59χρονος «αυτός που θα αναλάβει να ανακαινίσει τις πολυκατοικίες θα πρέπει να αναπτύξει στην περιοχή κοινωνικές δομές. Εχουμε ζητήσει κατ’ επανάληψη να δημιουργηθεί φοιτητική εστία, μουσείο και ξενώνας για τους συγγενείς των αρρώστων του Νοσοκομείου Αγιος Σάββας. Ευελπιστούμε τα αιτήματά μας να εισακουστούν, γιατί τα κτίρια θα εξακολουθούν να σαπίζουν» προσθέτει.
Από τα συνολικά 228 διαμερίσματα, τον δρόμο της ιδιωτικοποίησης αναμένεται να πάρουν τα 137 που πουλήθηκαν στην Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου την περίοδο 2001-2003. Σαράντα από τα διαμερίσματα απαλλοτριώθηκαν από το ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ 51 σπίτια κατοικούνται νόμιμα από ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές. «Δεν έχουμε ακόμα καμία πληροφόρηση για το τι θα γίνει, τα μαθαίνουμε όλα την τελευταία στιγμή. Οσο ζω θέλω να μείνω στα Προσφυγικά γιατί είναι το προσωπικό μου “βασίλειο”» λέει η 80χρονη Μακρίνα Γεωργιάδου, η οποία μένει σε ένα από τα διαμερίσματα με την εγγονή της, που είναι φοιτήτρια.
Το συγκρότημα των προσφυγικών πολυκατοικιών της λεωφόρου Αλεξάνδρας χτίστηκε μεταξύ των ετών 1933-1935, με σχέδια των αρχιτεκτόνων Κίμωνος Λάσκαρη και Δημητρίου Κυριακού.


