Στη μακρινή Ινδονησία, δέκα χρόνια μετά το καταστροφικό τσουνάμι του 2004 -το οποίο στοίχισε τη ζωή σε 230.000 ανθρώπους στη νοτιοανατολική Ασία-, φυσά πια ένας «άνεμος ανέλπιστης ευτυχίας». Η λαϊκή πεποίθηση ότι η ζωή ξεπερνά τον θάνατο επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά. Ιδίως αν η ελπίδα «χάσκει» ζωντανή και τα μάτια «μένουν» ανοιχτά.
Οσο για την απόδειξη με σάρκα και οστά και μάλιστα εις διπλούν; Μια οικογένεια από την Ινδονησία που είχε χάσει και τα δύο παιδιά της στο τσουνάμι, ένα τετράχρονο κοριτσάκι και ένα επτάχρονο αγοράκι, επανενώθηκε μία δεκαετία μετά, σαν να ήταν όλα ένας πολυετής εφιάλτης που έλαβε τέλος με ένα ευχάριστο ξύπνημα.
Αφού η οικογένεια βρήκε πρώτα πριν από σχεδόν δύο εβδομάδες τη 14χρονη πλέον κόρη τους που είχε παρασυρθεί μαζί με τον αδελφό της από τα τεράστια κύματα στην περιφέρεια του Δυτικού Ατσεχ, στο νησί της Σουμάτρας, βίωσε και μια δεύτερη χαρά που ολοκλήρωσε την οικογενειακή ευτυχία. Οι δύο γονείς Τζαμίλια και ο Σέπτι Ρανγκούτι ξαναβρήκαν τον γιο τους, ηλικίας 17 ετών πλέον, σε μια κωμόπολη στη Σουμάτρα. Ο έφηβος πλέον Αρίφ Πρατάμα Ρανγκούτι ζούσε για χρόνια στους δρόμους και κοιμόταν σε εγκαταλελειμμένα καταστήματα στο Παγιακούμπου, στη δυτική Σουμάτρα.
«Ναι, είναι αλήθεια, είναι ο γιος μας και ετοιμαζόμαστε να τον πάρουμε στο σπίτι […]. Προσευχόμουν κάθε βράδυ γιατί μέσα μου πάντοτε πίστευα ότι ο γιος μου είναι ζωντανός. Ο σύζυγός μου δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ηθελε να πιστεύει ότι το παιδί μας ζούσε» ψέλλισε δημοσίως η μητέρα του ανάμεσα σε λυγμούς ευτυχίας. Ο 17χρονος Αρίφ βρέθηκε όταν μια γυναίκα που τον γνώριζε είδε στην τηλεόραση μια φωτογραφία του με τη διεύθυνση της οικογένειάς του.
Οσο για την ανεύρεση της μικρής Τζάνα; Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι ξεβράστηκε από τα κύματα στα αραιοκατοικημένα νησιά Μπάνιακ, σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από το σπίτι τους. Εκεί ένας ψαράς τη βρήκε, την πήγε στο σπίτι του, όπου η μητέρα του ανέλαβε να την αναθρέψει. Μέχρι που ένας θείος της την αναγνώρισε τυχαία λόγω ομοιότητας με την αδελφή του.


