Ο 48χρονος σιδηρουργός και νυν οδηγός μεταφορικής εταιρίας Χαράλαμπος Φαναριώτης, ο 53χρονος ομογενής από το Καζακστάν και ιδιοκτήτης καφέ μπαρ στο Μενίδι Σωκράτης Πετρόπουλος και ένας 40χρονος Αλβανός, με το όνομα «Αλέκος», που διέφυγε την τελευταία στιγμή, «κρύβονταν» πίσω από την απαγωγή της 27χρονης Β.Μ., ανιψιάς του μεγαλομετόχου του Αστέρα Τρίπολης Γιάννη Καϋμενάκη. Τα λάθη που έκανε ο 48χρονος φερόμενος ως «εγκέφαλος» της απαγωγής κατά την επικοινωνία του με τον πατέρα της κοπέλας, σε συνδυασμό με τα στοιχεία από τον «κοριό» της ΕΛ.ΑΣ., τις κάμερες ελέγχου κυκλοφορίας και την ανάλυση του DNA, οδήγησαν την Αστυνομία στην εξιχνίαση της υπόθεσης και τη σύλληψη δύο εκ των τριών απαγωγέων.

Το σημείο αρπαγής
Οι δράστες σχεδίαζαν επί έξι μήνες την απαγωγή «αλιεύοντας» πληροφορίες από το προσωπικό προφίλ της 27χρονης στο facebook, ενώ θεωρούσαν ότι με τα λύτρα θα έλυναν τα οικονομικά τους προβλήματα. «Είχα κατάστημα με σιδηρικά στη Νέα Ιωνία, που έπεσε έξω, και χρεώθηκα ως τον λαιμό. Επιασα δουλειά σε μεταφορική εταιρία, όπου έβλεπα τον πατέρα της κοπέλας να επισκέπτεται συχνά το αφεντικό και μου είπαν ότι είναι συγγενής του εφοπλιστή Καϋμενάκη. Σκέφτηκα την απαγωγή για να ξελασπώσω. Μάθαμε το σπίτι της και το μαγαζί που δουλεύει από το facebook και αρχίσαμε να την παρακολουθούμε» είπε στους αστυνομικούς ο Χαράλαμπος Φαναριώτης.

Το σημείο απελευθέρωσης
Καθοριστικός ήταν και ο ρόλος του 40χρονου Αλβανού που αναζητείται από την Αστυνομία, καθώς, όπως όλα δείχνουν, γνώριζε την κοπέλα και έδωσε στους συνεργούς του όλες τις πληροφορίες που χρειάζονταν, για τις κινήσεις και τις συνήθειές τους. «Ο Αλέκος έλεγε ότι τη γνώριζε λίγο από το μαγαζί που δούλευε» κατέθεσε ο Σωκράτης Πετρόπουλος, αμέσως μετά τη σύλληψή του. Ο Αλβανός δράστης είχε αναλάβει τη φύλαξη της 27χρονης στο κρησφύγετο της Λούτσας, επιλογή που τελικά «πλήρωσαν» οι απαγωγείς, καθώς η κοπέλα αναγνώρισε τη φωνή του και τον προσδιόρισε στην Αστυνομία ως άτομο που είχε σχέση με το φιλικό περιβάλλον της.

Το σημείο παράδοσης των λύτρων
Τα άλλα δύο λάθη των απαγωγέων ήταν ότι επικοινώνησαν με τους γονείς της 27χρονης μέσα από το κρησφύγετο της Λούτσας, με αποτέλεσμα να εντοπιστεί το «στίγμα» τους, και ότι χρησιμοποίησαν κινητό τηλέφωνο «χρεωμένο» στο όνομα του 48χρονου. Τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα (80.000 από τα 82.500 ευρώ που εισέπραξαν οι δράστες ως λύτρα) βρέθηκαν στο σπίτι του φερόμενου ως «εγκεφάλου» σε 16 δεσμίδες. Οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα, που άσκησε ποινική δίωξη για αρπαγή κατά συναυτουργία με σκοπό τον εξαναγκασμό στην καταβολή λύτρων, εκβίαση κατά συναυτουργία με σωματική βία και παράνομη οπλοκατοχή. Στη συνέχεια προσήχθησαν στον ανακριτή και πήραν προθεσμία για να απολογηθούν την Τετάρτη.
Η γλυκιά παγίδα με την κάμερα ασφαλείας
Για τον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών η Αστυνομία αξιοποίησε και υλικό από τις κάμερες ασφαλείας δύο καταστημάτων στη Λούτσα. Την πέμπτη ημέρα της ομηρίας της η 27χρονη ζήτησε από τους απαγωγείς να της αγοράσουν γλυκά, επειδή έπεφτε το ζάχαρό της, και να της φέρουν καθαρά ρούχα, καθώς φορούσε τα ίδια όσο βρισκόταν στα χέρια τους. Ο 48χρονος επισκέφθηκε καταστήματα της περιοχής και «παγιδεύτηκε» στο κλειστό κύκλωμα ενός ζαχαροπλαστείου και ενός καταστήματος με γυναικεία ενδύματα, ενώ λίγο αργότερα εντοπίστηκε και το αυτοκίνητο με το οποίο μετακινούνταν, καθώς αυτόπτης μάρτυρας της αρπαγής της κοπέλας είχε ενημερώσει την Αστυνομία για τη μάρκα και το χρώμα του.



