Η μεγάλη σύγκρουση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να αφορά τη συμφωνία του Eurogroup. Στην πραγματικότητα όμως ο καβγάς γίνεται για το Μπρεστ Λιτόφσκ! Τι είναι αυτό; Οι δύο άγνωστες και δύσχρηστες λέξεις έρχονται από το μακρινό παρελθόν της σοβιετικής επανάστασης και διχάζουν (για την ακρίβεια τριχάζουν) τα στελέχη της νέας κυβέρνησης για τους χειρισμούς που πραγματοποιούνται σήμερα με τους δανειστές…
Στο Μπρεστ Λιτόφσκ το 1918 υπεγράφη στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μια πολύ οδυνηρή συνθήκη, ύστερα από πολλές αμφιταλαντεύσεις, της Ρωσίας με τη Γερμανία και τώρα οι παραλληλισμοί και οι συγκρίσεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ δίνουν και παίρνουν. Οι συζητήσεις και οι αντιπαραθέσεις όμως δεν έχουν μόνο ιστορικό χαρακτήρα.
Καθώς πολλά από τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος -είτε προέρχονται από το ΚΚΕ είτε από το παλιό ΚΚΕ εσωτερικού- διατηρούν μια ισχυρή προσήλωση στον λενινισμό, η τακτική που ακολούθησε ο δημιουργός του σοβιετικού καθεστώτος πριν από 97 χρόνια θεωρείται «μπούσουλας» για τις κυβερνητικές ενέργειες και τα αποτελέσματα της σημερινής εποχής. Την ίδια ώρα, βεβαίως, οι συγκρίσεις και οι ταυτίσεις υπηρετούν και επικοινωνιακές στοχεύσεις, που θεωρούνται αναγκαίες για την απορρόφηση των αντιδράσεων και των ανησυχιών ιδιαίτερα του αριστερόστροφου εκλογικού ακροατηρίου του ΣΥΡΙΖΑ, που παρακολουθεί μάλλον αμήχανο -αν όχι πρόωρα απογοητευμένο- τις εξελίξεις.
Δικαίωση
Σε γενικές γραμμές, η μία πλευρά θεωρεί ότι η συμφωνία της κυβέρνησης με τους δανειστές στο Eurogroup είναι ανάλογη με τον συμβιβασμό του Λένιν στο Μπρεστ Λιτόφσκ που δικαιώθηκε από τα γεγονότα των επόμενων ετών. Η άλλη πλευρά υποστηρίζει, αντίθετα, ότι ο αρχικός μαξιμαλισμός στις διαπραγματεύσεις του 1917-1918 με τη Γερμανία έφερε στο τέλος ταπεινωτική συνθηκολόγηση στο Μπρεστ Λιτόφσκ για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Υπάρχει και μια τρίτη τάση, που λέει ότι δεν υπάρχουν αναλογίες του σήμερα με το τότε και ότι σε κάθε περίπτωση ο Λένιν δεν είχε μιλήσει για επιτυχείς διαπραγματεύσεις αλλά είχε παραδεχτεί την ωμή πραγματικότητα και στη συνέχεια την ανέτρεψε…
Οπως είναι προφανές, με την πρώτη εκδοχή συντάσσονται οι νομιμόφρονες της κυβερνητικής πτέρυγας και υποστηρικτές των χειρισμών του κ. Τσίπρα. Είναι μάλιστα και οι πρώτοι που εισήγαγαν στην εσωκομματική συζήτηση την «ιστορική εμπειρία του Μπρεστ Λιτόφσκ» για να θεμελιώσουν το επιχείρημα ότι η συμφωνία του Eurogroup πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι ως υποχώρηση, αλλά ως επιτυχής διαπραγματευτικός ελιγμός προκειμένου να μπορέσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να ενισχύσει τη στρατηγική θέση της. Επίσης, με βάση τη λενινιστική θεωρία, προβάλουν την άποψη ότι έχει μεγαλύτερη σημασία και προτεραιότητα να σταθεροποιηθεί πολιτικά στο εσωτερικό της χώρας η νέα κυβέρνηση κάνοντας όλους τους αναγκαίους συμβιβασμούς στο εξωτερικό. Σε αυτό φαίνεται να συμπυκνώνεται άλλωστε και η γενικότερη τακτική της ηγετικής ομάδας της κυβέρνησης, με την πεποίθηση ότι, ξεφεύγοντας τώρα από την «παγίδα θανάτου» -για την οποία μίλησε και ο κ. Τσίπρας-, θα καταφέρει να αναπτύξει τους προσεχείς μήνες την πολιτική της, όπως έκανε και ο Βλαντιμίρ Λένιν όταν εδραιώθηκε στην εξουσία.
Με ένα τέτοιο περίγραμμα περιέγραψε ο κ. Τσίπρας τη «στρατηγική» του και στον Μίκη Θεοδωράκη κατά τη συνάντηση που είχαν την Τρίτη, αν και εκ του αποτελέσματος μάλλον δεν τον έπεισε. Οπως φαίνεται, δεν πείθονται και πολλοί από τους διαφωνούντες του ΣΥΡΙΖΑ. Η πιο συγκροτημένη ομάδα της εσωκομματικής αντιπολίτευσης υπό τον Π. Λαφαζάνη, ωστόσο, επιλέγει επί του παρόντος το λευκό ή την αποχή, όπως έκανε και ο Λέων Τρότσκι απέναντι στον Λένιν κατά την τελευταία και πιο κρίσιμη φάση των διεργασιών για το Μπρεστ Λιτόφσκ.
Η άλλη εκδοχή προβάλλεται από την πτέρυγα των μετριοπαθών ευρωπαϊστών του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι θεωρούν ότι οι υπερβολικοί στόχοι και η χρονοτριβή στη διαπραγμάτευση έβλαψαν τη γενικότερη προσπάθεια, με αποτέλεσμα να γίνουν, παρά τους επικοινωνιακούς πανηγυρισμούς, περισσότερες υποχωρήσεις. Κατά τη δική τους λογική, το Μπρεστ Λιτόφσκ δίδαξε ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο γενικότερος συσχετισμός δυνάμεων, ο οποίος, όπως και τότε, καθορίζει τα όρια μιας διαπραγμάτευσης προκειμένου να αποφεύγονται περιττές απώλειες που μπορεί στο τέλος να οδηγήσουν σε άτακτη υποχώρηση. Επί της ουσίας, πάντως, αυτή η πτέρυγα συντάσσεται, στην παρούσα τουλάχιστον φάση, με τον κ. Τσίπρα.
Οι διαφωνούντες, από τον Μανώλη Γλέζο και τη Σοφία Σακοράφα έως τον Γιάννη Μηλιό και τις αριστερές συνιστώσες, αρνούνται κάθε παραλληλισμό με το Μπρεστ Λιτόφσκ και θεωρούν ιστορική ύβρι οποιαδήποτε σύγκριση των κ. Τσίπρα και Βαρουβάκη με τον Λένιν και τους Μποσλεβίκους. Κατ’ αυτούς ο Λένιν δεν προχώρησε σε καμία θριαμβολογία ούτε είχε αποδεχτεί εκ των προτέρων το ευρωπαϊκό status αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις, όπως συνέβη με τη σημερινή κυβέρνηση. Αντιθέτως, όπως σημειώνουν, μίλησε ανοικτά για ετεροβαρή και καταναγκαστική συμφωνία, στην οποία υποχρεώθηκε το σοβιετικό κράτος για να μπορέσει να διασώσει την «Κόκκινη Επανάσταση», να εδραιώσει στο εσωτερικό το νέο καθεστώς με τις κομμουνιστικές αλλαγές και ύστερα από λίγο καιρό να ακυρώσει τον επώδυνο (και όχι «καλό και έντιμο», όπως παρουσιάζεται ο σημερινός) συμβιβασμό του Μπρεστ Λιτόφσκ.
Οι συνομιλίες των Ρώσων με τους Γερμανούς
Το Μπρεστ Λιτόφσκ (Brzesc Litewski) ήταν μια πόλη της άλλοτε Λευκορωσίας, στην οποία ξεκίνησαν οι συνομιλίες μεταξύ Ρώσων και Γερμανών για παύση των εχθροπραξιών. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ρωσική Αυτοκρατορία είχε βρεθεί στο ίδιο στρατόπεδο με
Αγγλους, Ιταλούς, Γάλλους, Αμερικανούς, Σέρβους, Ρουμάνους και Ελληνες, δηλαδή τις Δυνάμεις της Αντάντ. Αντίπαλοι ήταν Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία των Νεότουρκων και Βουλγαρία, που αποτελούσαν τις Κεντρικές Δυνάμεις. Μετά την επικράτησή τους τον Νοέμβριο του 1917, οι Μπολσεβίκοι, προ της μεγάλης πίεσης των γερμανικών στρατευμάτων, ζήτησαν σύναψη ειρήνης «άνευ προσαρτήσεων – άνευ αποζημιώσεων» και στις 28 Νοεμβρίου πρότειναν στους Γερμανούς ανακωχή, η οποία και συμφωνήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου.
Αν και αρχικά οι Κεντρικές Δυνάμεις δέχθηκαν τους όρους και ζήτησαν να ολοκληρωθεί η συμφωνία εντός 10 ημερών, λόγω των εσωτερικών διενέξεων στη Ρωσία δεν δόθηκε απάντηση και οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν. Αυτό βοήθησε τις Κεντρικές Δυνάμεις να εκμεταλλευτούν την αδυναμία της ρωσικής άμυνας και να θέσουν περισσότερους όρους. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν ξανά στις 4 Ιανουαρίου 1918, όταν όμως είχε ξεκινήσει γενικευμένη προέλαση των γερμανικών δυνάμεων σε όλο το μήκος του μετώπου.
Στους κόλπους της νέας ρωσικής κυβέρνησης, μετά την ανατροπή του Τσάρου και του Κερένσκι, εμφανίστηκαν τρεις διαφορετικές απόψεις. Η κυρίαρχη άποψη ήταν του μπολσεβίκου Νικολάι Μπουχάριν και των Αριστερών Κομμουνιστών για συνέχιση του πολέμου και τη μετατροπή του σε επαναστατικό. Υπήρχε η άποψη του Τρότσκι «ούτε ειρήνη ούτε πόλεμος», που ήταν πιο κοντά στον Μπουχάριν, και η άποψη του Λένιν για ειρήνη με Γερμανούς και Νεότουρκους με κάθε τίμημα. Για τον Λένιν το σημαντικό ήταν η διατήρηση της κυριαρχίας του «πρωτοπόρου κόμματος» σε μια οποιαδήποτε περιοχή, με οποιοδήποτε κόστος.
Ψηφοφορία
Η άποψη του Λένιν αρχικά είχε την υποστήριξη μόνον του ενός τετάρτου των μπολσεβικικών οργανώσεων και μόνο δύο από τα 230 Σοβιέτ. Στην πρώτη ψηφοφορία η άποψή του συγκέντρωσε 15 ψήφους, ο Τρότσκι 16 και ο Μπουχάριν 32. Ο Λένιν κατηγορήθηκε ανοιχτά στην εφημερίδα «Κομμουνίστ» των Αριστερών Κομμουνιστών, που κυκλοφορούσε σε 1.000.000 αντίτυπα, ότι εγκατέλειψε τις διεθνιστικές αρχές της επανάστασης. Σε μια κίνηση τακτικής, ο Λένιν συντάχθηκε στην επόμενη φάση με την άποψη του Τρότσκι που υποστήριζε ότι «δεν μπορούμε να βάλουμε την υπογραφή μας κάτω από μια συνθήκη ειρήνης που καταδικάζει στην καταπίεση, στη συμφορά και στην εξαθλίωση εκατομμύρια ανθρώπινα όντα». Στο μεταξύ, στις 8 Φεβρουαρίου οι Γερμανοί άρχισαν γενικές εφόδους σε όλο το μέτωπο, πιέζοντας τους μπολσεβίκους να συνάψουν μια ατιμωτική συνθήκη.
Τελικά ο Λένιν κατάφερε να επικρατήσει στην Κεντρική Επιτροπή, αν και μειοψηφία: από τους 15 παρόντες, οι 7 ψήφισαν υπέρ της άποψής του για ειρήνη με τους όρους των Γερμανών και υπογραφή της συνθήκης, 4 έκαναν αποχή, ενώ 4 ψήφισαν κατά. Τη νίκη στον Λένιν έδωσε με την αποχή της η ομάδα του Τρότσκι, ο οποίος δήλωσε: «Δεν είμαι βέβαιος πως έχει δίκιο, αλλά δεν θέλω να κάνω κάτι που θα μπορούσε να βλάψει την ενότητα του κόμματος».
Στις 3 Μαρτίου η σοβιετική αντιπροσωπία υπέγραψε τη συμφωνία δηλώνοντας ότι δεν στηρίζεται στην ελεύθερη συγκατάθεση των λαών, αλλά υπαγορεύεται στη νεαρή σοβιετική Ρωσία και ως εκ τούτου η συζήτηση των όρων της είναι ανώφελη. Ο Λένιν, που για τους αριστερούς είχε προδώσει την επανάσταση, έγραφε τον Οκτώβρη του 1918 ότι «αν δεν υπογράφαμε την ειρήνη του Μπρεστ, θα είχαμε παραδώσει μεμιάς την εξουσία στη ρωσική αστική τάξη και έτσι θα είχαμε βλάψει πάρα πολύ τη σοσιαλιστική επανάσταση» και «με τίμημα τις εθνικές θυσίες διατηρήσαμε μια τέτοια διεθνή επαναστατική επιρροή που τώρα να μιμείται αμέσως η Βουλγαρία, κοχλάζουν η Αυστρία και η Γερμανία, εξασθένισαν και οι δύο μεγάλοι ιμπεριαλισμοί, ενώ εμείς δυναμώσαμε και αρχίσαμε να δημιουργούμε έναν πραγματικά προλεταριακό στρατό».
Με τη Συμφωνία του Μπρεστ Λιτόφσκ η Ρωσία έχασε το ένα τέταρτο των εδαφών της (2.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα), το ένα τρίτο των καλλιεργειών της, τις 9.000 από τις 16.000 βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και το 75% των ανθρακωρυχείων. Στους Γερμανούς παραδόθηκαν 56.000.000 υπήκοοι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή το 26% του πληθυσμού, το 33% των βιομηχανιών, το 73% της παραγωγής του σιδήρου και το 89% της παραγωγής του άνθρακα. Εχασε επίσης 1.000 εργοστάσια κατασκευής μηχανών και 900 υφαντουργεία. Εννέα μήνες αργότερα ακολούθησε νίκη της Αντάντ επί των Κεντρικών Δυνάμεων και το άρθρο 116 της Συνθήκης των Βερσαλιών το 1919 ακύρωσε τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ…
Ανδρέας Καψαμπέλης


