«Εξω ολόκληρη η Αθήνα είχε ξεχυθεί στους δρόμους αλαλάζοντας. […] Χιλιάδες κόσμος ζητωκραύγαζαν και όρμησαν στον περίβολο του υπουργείου Εξωτερικών που πλημμύρισε από έξαλλους νέους και κύκλωσε το αυτοκίνητο του Μεταξά που παρουσιάστηκε στην εξώπορτα για να επιβιβαστεί. Κρατούσε το μπαστούνι στο χέρι και τον πλαισίωναν οι δύο σωματοφύλακές του. […] Οταν το πλήθος τον είδε, παραφρόνησε. Στεκόμουν λίγο πιο πίσω του και είδα τον δικτάτορα να ζει την ωραιότερη, ίσως, στιγμή της ζωής του. Εκανε νόημα με το μπαστούνι του να μεριάσουν οι σωματοφύλακες και παραδόθηκε στην ανθρωποπλημμύρα που τον σήκωσε στους ώμους και τον πήγε, κραυγάζοντας τον εθνικό ύμνο, απέναντι στο Γενικό Επιτελείο. Είχε κανείς την εντύπωση ότι η Ελλάς ήταν ένα καζάνι που κόχλαζε από μήνες και έξαφνα τίναξε το καπάκι του μ’ έναν κρότο που θ’ ακουγόταν ως τα πέρατα της Γης».
Μαρίνα Πετράκη, «Ο Μύθος του Μεταξά», εκδόσεις Ωκεανίδα, σελ. 350-351
Τα λόγια αυτά, που δεν χρήζουν οποιασδήποτε επεξηγήσεως, προέρχονται από την κομψή και μετρημένη γραφίδα ενός σπουδαίου αυτόπτη μάρτυρα της σκηνής της αναβάσεως του Ιωάννη Μεταξά στον Ολυμπο της εκστάσεως. Ο Αγγελος Βλάχος, διπλωμάτης καριέρας, λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, ήταν ένας από τους τυχερούς που αντίκρισε τη στιγμή της διάπυρης ένωσης του ηγέτη με την ένσαρκη έκφραση του έθνους του, τον λαό. Ηγεσία και πολίτες μόλις είχαν υπογράψει ένα συμβόλαιο θανάτου και αθανασίας και εκείνη ακριβώς τη στιγμή συμμετείχαν σε μια αδιάσπαστη ενότητα, που συγκλόνιζε το σύνολο της ελεύθερης και πολιτισμένης ανθρωπότητας.
Οι Ελληνες είναι ένας σπουδαίος λαός, που καλοδέχεται το χειρότερο -για άλλους- σενάριο, αρκεί να είναι ηθικώς ενδεδειγμένο. Ο θάνατος έχει δύο όψεις για τους απογόνους του Ορφέως και τις θυγατέρες της Περσεφόνης. Είναι τέλος και άπειρο μαζί. Την 28η Οκτωβρίου, οι πρόγονοί μας γνώριζαν πόσο μεγάλη είναι η Ιταλία. Είχαν υπ’ όψιν τους την ισχύ του Αξονα. Υποπτεύονταν πόσο άνιση, σε υλικό επίπεδο, θα ήταν η ένοπλη αντιπαράθεση. Δεν ενθουσιάστηκαν με την εξέλιξη που μάθαιναν από τα έκτακτα παραρτήματα των εφημερίδων, επειδή έτρεφαν την αυταπάτη πως θα συγκρούονταν με μια ασήμαντη χώρα, έχουσα περιορισμένες δυνατότητες. Αυτό, όμως, που διέλυσε τις αμφιβολίες που έσπερναν οι αριθμοί ήταν η στάση του κυβερνήτη απέναντι στα πράγματα. Από την όλη στάση του μέχρι την κήρυξη του πολέμου, όλοι είχαν κρίνει τον άνθρωπο και είχαν υπολογίσει το μέγεθος του ηγέτη. Ακόμα και οι αντίπαλοί του τον αναγνώριζαν. Ψύχραιμος, μεθοδικός, ήπιος και ανυποχώρητος. Ενας αιώνιος στρατιώτης και όψιμος πολιτικός, που ενσάρκωνε σχεδόν όλες τις αρετές που ορίζει η θουκυδίδεια θέαση της Ιστορίας.
Οχι, ίσως, ναι…
Στους πτωτικούς ανθρώπους φαντάζει άφθαστο το πρότυπό του και διά τούτο… πετροβολείται συχνά. Πού ακούστηκε πρωθυπουργός να τηρεί τον λόγο του; Από πού κι ως πού κάποιος με απόλυτες εξουσίες λέει (και τολμά να το εννοεί) πως προτιμά τον θάνατο από την ατίμωση;
Οπως αναφέρεται στην εξαιρετική μελέτη της κυρίας Πετράκη, «ο Κλέων Ραγκαβής, ο πρέσβης της Ελλάδας στο Βερολίνο, συνέστησε στον Μεταξά να ζητήσει η Ελλάδα την παρέμβαση του Χίτλερ στην ελληνοϊταλική διένεξη και να παραδοθεί σε αυτόν. Ο Μεταξάς αναφέρθηκε περιφρονητικά γι’ αυτή την πρόταση στο ημερολόγιό του, ενώ απάντησε με τρεις λέξεις: “Καλλίτερα να πεθάνωμεν”».
Σε περιπτώσεις κυβερνητών που δεν έχουν ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον, στη μεγάλη χορεία των πολλών, η διαχείριση της κρίσης παρουσιάζεται πάντοτε ως το βασικό αίτιο της συναίνεσης με τον εχθρό και της εξυπηρέτησης των αξιώσεών του. Τα «όχι» τους γρήγορα εκφυλίζονται σε «ίσως» και καταλήγουν σε «ναι». Σε περιπτώσεις όπως εκείνη του Μεταξά η περίοδος της «ευκολίας», δηλαδή της ειρήνης, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προετοιμασία για την περίοδο της κρίσεως και της δοκιμασίας του συστήματος σε ακραίες συνθήκες. Το τέλος τους στεφανώνει την προσπάθεια και το πέρασμά τους από τον τόπο μας αποτελεί διαχρονικά έναν αξιόπιστο οδοδείκτη για την εθνική επιβίωση.
Στον όρο «επιβίωση» εμπεριέχεται και η έννοια της αξιοπρέπειας, διότι ένα εθνικό σύνολο δεν ζει όταν διάγει περίοδο εθελοδουλείας. Δεν υπάρχει όταν δανείζεται φώτα από αλλότριες εστίες, πλην της δικής του.
Παναγιώτης Λιάκος


