Το πτυσσόμενο αξεσουάρ της αυτοφωτογράφησης (έχει γίνει εμμονή) απαγορεύτηκε σε μνημεία και μουσεία για λόγους ασφαλείας
{Από το περιοδικό «δ» που κυκλοφορεί με την «κυριακάτικη δημοκρατία»}
8 Μαρτίου 2015. Μια παρέα Αμερικανίδων ποζάρει με χάρη και ηδυπάθεια μπροστά από το Κολοσσαίο της Ρώμης έχοντας μόλις χαράξει τα αρχικά των ονομάτων της πάνω στο ρωμαϊκό μνημείο, ηλικίας 2.000 ετών. Η ιστορική -για εκείνες- στιγμή απαθανατίζεται στον φακό με το selfie stick (αξεσουάρ για αυτοπορτρέτα) και οι δύο πρωταγωνίστριες περνούν στα μαύρα κιτάπια της ιταλικής Δικαιοσύνης. Και αυτό αφού γίνονται η αφορμή να απαγορευτεί «διά παντός» το μοδάτο αυτό αντικείμενο και στο ρωμαϊκό αμφιθέατρο, φέρνοντας το Κολοσσαίο στη μακρά λίστα εκείνων των μνημείων αλλά και των μουσείων που έχουν κηρύξει πόλεμο στο μοντέρνο αξεσουάρ!
«Σκεφτείτε, αν στην αρένα με 16.000 επισκέπτες ημερησίως ο καθένας από αυτούς έβγαζε το selfie stick και τραβούσε αναμνηστική φωτογραφία! Το μνημείο αυτομάτως θα γινόταν επικίνδυνο, μιας και θα αυξάνονταν οι πιθανότητες να συμβεί κάποιο ατύχημα» δήλωσαν αμέσως μετά το ατυχές συμβάν οι Ιταλοί αξιωματικοί πυροδοτώντας εκ νέου τις συζητήσεις για το αν θα πρέπει ή όχι τα αντικείμενα αυτά να χρησιμοποιούνται εντός των πολιτιστικών ιδρυμάτων και των μνημείων. Ηδη «βέτο» στο αξεσουάρ έχει βάλει η Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου αλλά και το Παλάτι των Βερσαλλιών στο Παρίσι, με τους υπευθύνους να δηλώνουν πως «κανείς από τους επισκέπτες δεν πρέπει να το κουβαλά μαζί του, γιατί έτσι μπαίνει σε κίνδυνο η ασφάλεια των έργων».

Απαγορευτικό έχει βάλει και το Μουσείο του Βαν Γκογκ στο Αμστερνταμ, ενώ και στο Μουσείο του Λούβρου τα ραβδιά για τα αυτοπορτρέτα σπανίως εμφανίζονται. Μάλιστα, όπως δήλωσαν και οι άνθρωποι του πολιτιστικού ιδρύματος, αν και δεν έχει βγει επισήμως κάποια απαγόρευση, η χρήση τους έχει περιοριστεί σημαντικά στις προθήκες του μουσείου. Οι περισσότεροι μάλιστα πλέον διστάζουν να τα χρησιμοποιήσουν ακόμη και στους εξωτερικούς χώρους του Λούβρου!
Με τον ίδιο αρνητισμό και σκεπτικισμό αντιμετωπίζουν τη χρήση των selfie sticks και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, αφού ήδη στην πλειονότητά τους τα μουσεία στην Ουάσινγκτον δεν επιτρέπουν τον χειρισμό τους! Το Smithsonian, το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, το Γκετί στο Λος Αντζελες, το Γκουγκενχάιμ αλλά και το Μουσείο Τέχνης του Κλίβελαντ έχουν βγάλει αυστηρές ανακοινώσεις απαγορεύοντας την είσοδο σε όλους όσοι τα κουβαλούν στην τσάντα τους, ενώ όσο περνάει ο καιρός ολοένα αυξάνεται και ο αριθμός των πολιτιστικών ιδρυμάτων που έχουν βάλει φρένο στα….πτυσσόμενα αντικείμενα! Χαρακτηριστικό είναι δε πως -μέχρι στιγμής- σχεδόν 20 πολιτιστικά ιδρύματα της Νέας Υόρκης έχουν ασκήσει βέτο στη χρήση των μοδάτων αυτών αξεσουάρ, ενώ το ίδιο ισχύει και σε πολλά μουσεία του Καναδά και της Αυστραλίας. Τα selfie sticks αλλά και οι φωτογραφίες selfies (αυτοπορτρέτα) είναι επίσης εκτός από την Καπέλα Σιξτίνα στο Βατικανό, την Απαγορευμένη Πόλη στην Κίνα, την Πόλη της Μέκκας στη Σαουδική Αραβία και την O2 Αρένα του Λονδίνου.
Δεν είναι όμως όλοι οι πολιτιστικοί φορείς αρνητικά διακείμενοι απέναντι στα αντικείμενα αυτά. Τόσο το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου όσο και το Βρετανικό Μουσείο δίνουν στους επισκέπτες τους το ελεύθερο να βγάζουν τα αυτοπορτρέτα τους με φόντο τα εκθέματά τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως σχεδόν κάθε φιλότεχνος διαθέτει τη δική του φωτογραφία με τα…. Γλυπτά του Παρθενώνα να τον συνοδεύουν! Το ίδιο ισχύει και στην Πινακοθήκη της Tate, αλλά και στην Tate Modern, ωστόσο, όπως λένε οι υπεύθυνοι των εν λόγω ιδρυμάτων, είναι θέμα χρόνου να εφαρμοστεί και σε αυτά το «απαγορευτικό». Προ ημερών μάλιστα τα αξεσουάρ αυτά αποκλείστηκαν -για λόγους ασφαλείας- και από δύο μεγάλα μουσικά φεστιβάλ του πλανήτη: το Coachella που γίνεται στην Καλιφόρνια και το Lollapalooza στο Ιλινόις.

Πώς γεννήθηκε η μόδα των selfie sticks
Το μοντέρνο αξεσουάρ, που έχουν κρατήσει στα χέρια τους ο δήμαρχος του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον και ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα, την περασμένη χρονιά ανακηρύχθηκε από το έγκριτο περιοδικό «Time» «μία από τις σημαντικότερες εφευρέσεις του 2014». Πώς άρχισε όμως να εξαπλώνεται η χρήση του σαν… μεταδιδόμενο νόσημα; Ο «πατέρας» της εφεύρεσης ήταν ο Καναδός Γουέιν Φρομ, ο οποίος κατοχύρωσε την πατέντα του το 2005. Μάλιστα, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος σε συνέντευξή του, η ανάγκη για τη δημιουργία ενός τέτοιου αντικειμένου γεννήθηκε κατά τη διάρκεια οικογενειακών διακοπών του στη Φλωρεντία, ενώ η έμπνευσή του ήταν η κόρη του!
Η νέα αυτή τάση του selfie stick πιστεύεται πως άρχισε από τη νοτιοδυτική Ασία. Οι Ινδονήσιοι, οι Μαλαισιανοί και οι Φιλιππινέζοι ήταν οι πρώτοι που φαίνεται πως προμηθεύτηκαν τα εν λόγω εξαρτήματα, με τους κατοίκους της Τζακάρτα να κρατούν τα πρωτεία στη χρήση. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα πως τον περασμένο Νοέμβριο η Νότια Κορέα προκειμένου να περιορίσει σε κάποιο βαθμό την ανεξέλεγκτη πώληση αμφίβολης προέλευσης selfie sticks εξέδωσε αυστηρή ανακοίνωση προειδοποιώντας τους Κορεάτες κατασκευαστές για αυστηρά πρόστιμα σε περίπτωση που πωλούν τα αντικείμενα χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα πιστοποιητικά! Να σημειωθεί πως μόνο για τον μήνα Δεκέμβριο στην Αμερική πουλήθηκαν περί τα 100.000 selfie sticks. Φανταστείτε τι γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο…
Μουσείο για selfies στις Φιλιππίνες
Μπορεί κάποιοι να το θεωρούν παρατραβηγμένο και ολίγον κιτς, όμως το πρώτο μουσείο αφιερωμένο στις selfies είναι γεγονός. Μιλάμε φυσικά για το Μουσείο Arts in Island στη Μανίλα των Φιλιππίνων, που άνοιξε τις πύλες του πριν από μερικές εβδομάδες. Στα highlights των έργων που παρουσιάζονται είναι οι τρισδιάστατοι πίνακες ζωγραφικής του, οι οποίοι δίνουν την εντύπωση στο κοινό ότι πρόκειται να ζωντανέψουν! Και μπορεί σε πολλά πολιτιστικά ιδρύματα της Αμερικής και της Ευρώπης οι selfies να απαγορεύονται «αυστηρώς και διά ροπάλου», στο εν λόγω μουσείο της Μανίλα ωστόσο οι φωτογραφίες αυτοπορτρέτων επιβάλλονται. Ετσι όσοι περάσουν το κατώφλι του μουσειακού ιδρύματος θα έχουν την ευκαιρία να βγάλουν φωτογραφία με τρισδιάστατα μοντέλα πινάκων, όπως η «Μόνα Λίζα» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι αλλά και η «Εναστρη νύχτα» του Βίνσεντ Βαν Γκογκ.
Γιώτα Βαζούρα


