Τα αλκοολούχα ποτά που παράγονται με αρώματα της υπαίθρου
Τεκίλα από την Αμοργό με βασικό συστατικό το φραγκόσυκο, ρούμι με μέλι και εσπεριδοειδή, βότκα με άρωμα βανίλιας και γιασεμιού από την Πάτρα, τζιν με μαστίχα Χίου από την Καλαμάτα. Γεύσεις και μυρωδιές της ελληνικής γης «παντρεύτηκαν» με τα πιο περιζήτητα αλκοολούχα ποτά και έδωσαν την ευκαιρία σε μικρές και μεγάλες ελληνικές ποτοποιίες να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον κλάδο του ποτού και να κοιτάξουν στα μάτια τους ανταγωνιστές, που προέρχονται κυρίως από το εξωτερικό. «Ενα καλοκαίρι που βρισκόμουν στην Αμοργό, παρατηρώντας τις φραγκοσυκιές, οι οποίες είναι άπειρες στο νησί, σκέφτηκα ότι, όπως οι Μεξικανοί παράγουν την τεκίλα από τον κάκτο της αγαύης, έτσι κι εγώ θα έφτιαχνα την αμοργιανή τεκίλα από τον κάκτο της φραγκοσυκιάς. Αρχισα, λοιπόν, τις δοκιμές και διαπίστωσα ότι το απόσταγμα από τα φραγκόσυκα είχε ίδια γεύση και ήταν ακόμα καλύτερο από την τεκίλα» λέει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο εφευρετικός ποτοποιός Αντώνης Βεκρής. Υστερα από προσπάθειες τεσσάρων ετών και αφού πέρασε με επιτυχία όλα τα τεστ του Γενικού Χημείου του Κράτους, ο κ. Βεκρής ίδρυσε το 2012 αποσταγματοποιία για την παραγωγή της αμοργιανής τεκίλας, την οποία πουλά πλέον σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Εκτός από κρασί και ρακί, που αποτελούν την κύρια παραγωγή του, και την «τεκίλα αλά ελληνικά», ο κ. Βεκρής χρόνια τώρα πειραματίζεται με το ποτό σήμα κατατεθέν του νησιού, το ρακόμελο. Το καλοκαίρι του 2003 παρουσίασε πρώτη φορά στην αγορά το «ρακόμελο Αμόργιον», μια συνταγή επηρεασμένη από το… γιατροσόφι που του έδινε η μητέρα του κάθε φορά που κρυολογούσε ως παιδί. Οι μετοχές της επιχείρησής του ανέβαιναν συνεχώς και ο ποτοποιός από την Αμοργό άνοιξε τη βεντάλια των προϊόντων του δημιουργώντας νέα ποτά, όπως το Lemontelo (ρακόμελο με φυσικό χυμό λεμονιού), το Μαστιχάτο (ρακόμελο με μαστίχα Χίου) και το οινόμελο Μελίκρατον, εμπνευσμένο από την αρχαία Ελλάδα.
«Σκοπός μας είναι να παράγουμε ξεχωριστά ποιοτικά προϊόντα και να διαφημίζουμε το νησί μας αλλά και την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου» σημειώνει ο κ. Βεκρής. Οπως προσθέτει, στη χώρα μας υπάρχουν πολύ καλές ποτοποιίες, που φτιάχνουν πολύ καλύτερα ποτά από τις πολυεθνικές εταιρίες, όμως «μας λείπουν οι χαμηλότοκες χρηματοδοτήσεις από τις
τράπεζες και επιπλέον χρειάζονται πολλά χρήματα για διαφημίσεις, τα οποία, λόγω της οικονομικής κατάστασης, δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε».
Η ελληνική βότκα με την ονομασία 40/41 έλκει την καταγωγή της από την Πάτρα και συστήθηκε για πρώτη φορά στο καταναλωτικό κοινό, πριν από περίπου τρία χρόνια. Παράγεται στο οινοπνευματοποιείο Β. Γ. Σπηλιόπουλος, το οποίο ιδρύθηκε το 1895 στην αχαϊκή πρωτεύουσα, και σήμερα μετρά πάνω από 120 χρόνια εμπειρίας στην απόσταξη και τη διαδικασία παραγωγής αλκοόλης. Το όνομά της προέρχεται από τις δύο κολόνες απόσταξης με κωδικούς 40 και 41, που δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για την παραγωγή του συγκεκριμένου ποτού. Οπως αναφέρουν οι δημιουργοί της, οι λόγοι που θα σε κάνουν να την πιεις στο ποτήρι (ή και στο παγωμένο μπουκάλι) «είναι η ποιότητά της και τα αρώματα του μελιού, της βανίλιας και του γιασεμιού».
Μετά το (θρυλικό) μπράντι Alexander, το δυνατό χαρτί της ποτοποιίας, τη βότκα Status, που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, και το ρακόμελο Δεσποτικόν, η υπεραιωνόβια ελληνική εταιρία Καλλικούνης, η οποία ξεκίνησε τα βήματά της το 1850 (!), πρόσθεσε την περσινή χρονιά στον μακρύ κατάλογο των προϊόντων της το τζιν Old Sport, που παρασκευάζεται σε ένα από τα πιο παλιά αποστακτήρια της χώρας μας. Πρόκειται για ένα μείγμα 11 διαφορετικών βοτάνων, τα οποία εγχέονται με οινόπνευμα και μετά αποστάζονται. Στην τελευταία απόσταξη προστίθενται στο μείγμα σταγόνες από μαστίχα Χίου για μία απαλή και ισορροπημένη γεύση.
Colombiana: Το ρούμι που «παντρεύτηκε» με μέλι
Το πρώτο «ρούμι αλά ελληνικά» βγήκε στην παραγωγή τον Μάιο του 2014 από την εταιρία Colombiana. «Από τις πρώτες δοκιμές που κάναμε, το καλοκαίρι του 2013, το μέλι έδεσε με το ρούμι, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουμε ένα ελληνικό προϊόν, γλυκόπιοτο, με χαμηλούς αλκοολικούς βαθμούς και χαρακτηριστική γεύση, που μπορεί να καταναλωθεί σκέτο ή να χρησιμοποιηθεί ως βάση για κοκτέιλ» σημειώνει η Ζωή Κιτσιώνα, υπεύθυνη ανάπτυξης της εταιρίας. Οπως εξηγεί, «το ρούμι, ως πρώτη ύλη, αποστάζεται στη Λατινική Αμερική και εισάγεται μέσω Ισπανίας. Εμείς κάνουμε την παραγωγή και την εμφιάλωση χρησιμοποιώντας διάφορα μπαχαρικά, εσπεριδοειδή και διάφορα άλλα υλικά». Η κυρία Κιτσιώνα ευελπιστεί ότι σύντομα το Colombiana Rum n’ Honey και το «αδελφάκι» του, το Colombiana Negra (με μαύρο ρούμι), που μέχρι πρότινος διανέμονταν σε κάβες και μπαρ κυρίως στην Αθήνα και στα νησιά, θα πωλούνται σε όλους τους νομούς της χώρας. «Εάν ένα προϊόν είναι καλό και μπορέσει να βρει το κοινό του, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα εισαγόμενα προϊόντα. Το μεγάλο πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι δεν υπάρχει στήριξη για τις εξαγωγές, αλλά και ο υψηλός ειδικός φόρος που δεν επιστρέφεται εγκαίρως» συμπληρώνει η κυρία Κιτσιώνη.
Στάθης Βασιλόπουλος


