Ο Σαρλ Αζναβούρ υπήρξε για την ελληνική νεολαία του ’60-’70 από τους μεγάλους καθοδηγητές στον δρόμο της μελωδίαςΑπό τον
Δημήτρη Καπράνο
Ο Σαρλ Αζναβούρ, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή και τιμήθηκε από τη Γαλλία όσο κανείς άλλος καλλιτέχνης, υπήρξε για την ελληνική νεολαία των δεκαετιών του ’60 και του ’70 από τους μεγάλους καθοδηγητές στον δρόμο της μελωδίας.
Σε μια εποχή κατά την οποία, ως νέοι, είχαμε σχεδόν παραδοθεί στους δυνατούς και ξέφρενους ήχους του rock n’ roll (αντίδραση στην απόλυτα συντηρητική ελληνική κοινωνία), εκείνος με έναν τρόπο σχεδόν ύπουλο μπήκε στη ζωή μας και τη σημάδεψε. Βλέπεις, στα «χρόνια της αθωότητας», σε κάθε πάρτι, σε κάθε συναυλία, ήταν απαραίτητο και ένα πέρασμα από τη μελωδία και τους αργούς ρυθμούς.
Στα πάρτι της εποχής, εκείνα στα οποία καθένας από μας έφερνε για ντάμα μια εξαδέλφη του (έχουν γίνει εκατοντάδες γάμοι από γνωριμίες φίλων με την εξαδέλφη του φίλου τους), υπήρχαν οι στιγμές που, ιδρωμένοι από τον χορό και αγριεμένοι από τη σκληρή μουσική, σβήναμε τα φώτα και χορεύαμε μπλουζ.
Τότε ήταν που μπήκε στο αίμα μας ο Αζναβούρ και μας ακολούθησε έως σήμερα, όπου πολλοί από τους νέους της εποχής έχουμε εγγόνια.
Οι μελωδίες του (ο Αζναβούρ ήταν κυρίως συνθέτης και ενορχηστρωτής) ήταν απλές, σε σχετικές κλίμακες, αλλά τόσο αριστοτεχνικά δεμένες και λιτά αλλά με μεγαλοπρέπεια ενορχηστρωμένες, που σε μετέφεραν αμέσως σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. Κι είναι παράξενο πώς, ας πούμε, από το εκρηκτικό «Satisfaction» των Rolling Stones μπορούσες να περάσεις χωρίς κανένα πρόβλημα στην «Isabelle». Ενα τραγούδι, που άρχιζε με ένα καταπληκτικό πρελούδιο από βιολιά και κατέληγε σε μια σχεδόν νευρασθενική έκρηξη του ερωτευμένου τραγουδιστή με ένα νευρικό γέλιο, για να τελειώσει με ένα εκρηκτικό, οργιαστικό φινάλε εγχόρδων.
Στον Αζναβούρ οφείλω την αγάπη προς τη γαλλική μουσική σκηνή, την οποία δυστυχώς τείνει να εξαφανίσει η παγκοσμιοποίηση. Ευτυχώς για την ελληνική νεολαία της εποχής, στα σχολεία μαθαίναμε γαλλικά. Ετσι δεν ήταν ξένη σ’ εμάς η γλώσσα που μας μετέφεραν μέσα από μελωδίες η Εντίθ Πιαφ, ο Ιβ Μοντάν, ο Μαρκ Αριάν, ο Ζιλμπέρ Μπεκό, ο Ζορζ Μουστακί, η Δαλιδά, η Φρανσουάζ Αρντί, η Μιρέιγ Ματιέ, η Ζιλιέτ Γκρεκό, αλλά και ο Τζόνι Χαλιντέι, ο οποίος τραγουδούσε μεν αμερικανικό ροκ, αλλά με τον δικό του τρόπο, τελείως ευρωπαϊκό.
Τότε στην Αθήνα υπήρχαν εμπνευσμένοι «μάνατζερ» και ιδιοκτήτες νυχτερινών κέντρων οι οποίοι μετακαλούσαν στην Ελλάδα μεγάλους Γάλλους καλλιτέχνες. Ετσι, εμφανίστηκαν στην Αθήνα ο Αζναβούρ, ο Μπεκό, ο Αλέν Μπαριέρ (στον οποίο ο Γιάννης Πάριος οφείλει το περίφημο «Τώρα πια» – «Τu t’ en vas»), η Σιλβί Βαρτάν, η Μιρέιγ Ματιέ. Υπήρξε, βέβαια, και η ποπ γαλλική σκηνή με τη Φρανς Γκαλ, τη Σεϊλά, τον Αντουάν, τον Σασά Ντιστέλ, τον Κλοντ Φρανσουά [έγραψε το περίφημο «My way» («Comme d’ abitude»), το οποίο όλοι νομίζουν ότι έχει γράψει ο Πολ Ανκα για τον Φρανκ Σινάτρα] και ο Μισέλ Πολναρέφ, ο οποίος έσπασε ταμεία στην Ελλάδα καθώς το τραγούδι του «La poupee qui fait non» ήταν Νο1 στη χώρα μας για πολλούς μήνες. Ο Πολναρέφ έκανε επιτυχία στα γαλλικά την «Κυρα-Γιώργαινα» του Γιώργου Κατσαρού.
Πριν από λίγα χρόνια παρακολούθησα μια συναυλία του Τζόνι Χαλιντέι στο Παρίσι με 80.000 κόσμο. Οι Γάλλοι δεν ξεγράφουν τα είδωλά τους όταν μεγαλώσουν. Δυστυχώς, εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Αλλά και γι’ αυτό θα μιλήσουμε στις επόμενες συναντήσεις μας.
Eνα αξέχαστο «au revoir» από τη Δαλιδά…

Η Δαλιδά υπήρξε ιδιαίτερα αγαπητή στην Ελλάδα. Οι νεολαίοι τη λάτρεψαν όταν πληροφορήθηκαν το δράμα με την αυτοκτονία του αγαπημένου της Λουίτζι Τένκο στο Σαν Ρέμο.
Ο αγαπητός συνάδελφος Παντελής Ξανθίδης, που εκείνα τα χρόνια έζησε στη Γαλλία και αργότερα διέπρεψε στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ στον αθηναϊκό Τύπο, μας έστειλε μια δική του εμπειρία (και μια φωτογραφία) από μια συνάντηση με τη Δαλιδά στην Αθήνα…
«Ηταν η εποχή που στην Ελλάδα δεν ήταν απαγορευμένη η ακρόαση του γαλλικού και του ιταλικού τραγουδιού και στο Παναθηναϊκό Στάδιο είχε διοργανωθεί το φεστιβάλ “Rose d’Or”. Σαν guest εμφανίστηκε η Δαλιδά και πρώτη γνωριμία με το ελληνικό κοινό έκανε ο Ρικάρντο Κοτσιάντε.
Η μεν Δαλιδά είπε την “καλησπέρα” της με ένα απίθανο και φαντασμαγορικό show, ενώ ο Ρικάρντο Κοτσιάντε ξεσήκωσε με τη φωνή του το κατάμεστο Καλλιμάρμαρο.
Με δυο λόγια, ήταν μια μοναδική βραδιά του 1980, η οποία όμως δεν τελείωσε για τη Δαλιδά και τον Κοτσιάντε με το φινάλε του φεστιβάλ, αλλά συνεχίστηκε στα νερά του Σαρωνικού! Κι αυτό οφείλεται στην ιδέα των οργανωτών να παραθέσουν δεξίωση εν πλω και συγκεκριμένα στον «Ερμή» του Ανδρέα Ποταμιάνου.
Από το Τροκαντερό αποπλεύσαμε κοντά στα μεσάνυχτα και καθ΄ όλη τη διάρκεια της μίνι κρουαζιέρας “ηχούσαν” ακόμη το “Gigi l’amoroso” και το “Malade”, οι δύο μεγάλες επιτυχίες της μεγάλης κυρίας του τραγουδιού, που εκείνη την εποχή ήταν από τα ωραιότερα ακούσματα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής.
Αν και διεθνής σταρ η Δαλιδά, έδειχνε τόσο απλή όσο καμία άλλη γυναικεία παρουσία. Μόνο με τους δημοσιογράφους είχε κάποιο… πρόβλημα και μια “επίσημη” συνομιλία μαζί της ήταν κάπως αδύνατη. Εκτός και αν περίσσευε η… θρασύτητα!
– «Τελικά, κατάφερα και σας πλησίασα!”
– “Ευγένειά σας, αλλά δεν θα ήθελα να δώσω συνέντευξη! Είναι τόσο όμορφη η βραδιά…”
– “Εγώ θέλησα να σας γνωρίσω. Τίποτε περισσότερο. Μας τα… είπατε όλα στο Στάδιο. Αλλωστε δεν ήρθα να σας κάνω αδιάκριτες ερωτήσεις”.
– “Καταλαβαίνω ότι για εσάς η παρουσία μου αποτελεί είδηση, και σας ευχαριστώ πολύ. Τι να σας πω… Ηταν τόσο όμορφη η βραδιά, τόσο θερμό το κοινό, όσο όμορφη είναι η Ελλάδα και οι ζεστοί άνθρωποί της”!
– “Θέλετε να χορέψετε μαζί μου;”
Και σαν… απάντηση η Δαλιδά γέλασε, μου είπε “c’est pas possible!”, πήρε τη ζακέτα της και το “au revoir” της αποτυπώθηκε στη φωτογραφία…»

