Η έρευνα της Randstad αποτυπώνει ένα εργασιακό τοπίο όπου οι χαμηλοί μισθοί, το αυξημένο κόστος ζωής και η ανασφάλεια σπρώχνουν τον έναν στους δύο εργαζόμενους σε δεύτερη δουλειά, διαψεύδοντας την εικόνα «ευημερίας».
Η νέα διεθνής έρευνα Workmonitor 2026 της Randstad λειτουργεί ως ψυχρό ντους για το κυρίαρχο κυβερνητικό αφήγημα περί βελτίωσης της αγοράς εργασίας. Πίσω από τους δείκτες απασχόλησης και τις δηλώσεις αισιοδοξίας, αποκαλύπτεται μια καθημερινότητα έντονης οικονομικής πίεσης για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα. Το πιο χαρακτηριστικό εύρημα είναι ότι πάνω από ένας στους δύο εργαζόμενους ή αναζητούντες εργασία δηλώνει ότι έχει ή σκοπεύει να αποκτήσει δεύτερη δουλειά, απλώς για να καλύψει τα βασικά έξοδα.
Το στοιχείο αυτό από μόνο του ακυρώνει την εικόνα μιας αγοράς εργασίας που «στέκεται στα πόδια της». Η αύξηση της απασχόλησης, την οποία προβάλλει συστηματικά η κυβέρνηση, δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση των εισοδημάτων. Οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, καθηλωμένοι σε επίπεδα που δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής, ιδιαίτερα σε στέγαση, ενέργεια και τρόφιμα. Έτσι, η εργασία παύει να εγγυάται αξιοπρεπή διαβίωση και μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης με πολλαπλές πηγές εισοδήματος.
Η αντίφαση αποτυπώνεται και στο χάσμα αντιλήψεων ανάμεσα σε εργοδότες και εργαζόμενους. Στην Ελλάδα, τα διευθυντικά στελέχη δηλώνουν καθολικά αισιόδοξα για την ανάπτυξη των επιχειρήσεών τους. Μόνο το 38% των εργαζομένων συμμερίζεται αυτή την αισιοδοξία. Το μήνυμα είναι σαφές. Η ανάπτυξη, όπου υπάρχει, δεν γίνεται αντιληπτή ως συλλογικό όφελος, αλλά ως κάτι που αφορά κυρίως τις επιχειρήσεις και λιγότερο όσους εργάζονται σε αυτές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Παρότι η πλειονότητα των εργαζομένων δηλώνει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία, οι μισοί πιστεύουν ότι η ενσωμάτωση της AI στον χώρο εργασίας θα ωφελήσει κυρίως τις εταιρείες και όχι τους ίδιους. Η αίσθηση αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την απουσία ενός πειστικού κυβερνητικού σχεδίου για δίκαιη μετάβαση στη νέα τεχνολογική εποχή, με ουσιαστική κατάρτιση, αναβάθμιση δεξιοτήτων και διασφάλιση ότι τα οφέλη της παραγωγικότητας θα επιστρέφουν και στους εργαζόμενους.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης αποτελεί ακόμη μία κρίσιμη παράμετρο. Οι Έλληνες εργαζόμενοι εμπιστεύονται λιγότερο τη διοίκηση των εταιρειών τους και τους συναδέλφους τους σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο. Σε αυτό το περιβάλλον, η ευελιξία και η ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής αναδεικνύονται σε βασικά αιτήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα σημαντικό ποσοστό δηλώνει πως έχει παραιτηθεί ή θα παραιτούνταν από μια δουλειά που δεν σέβεται την καθημερινότητά του, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται οικονομικό ρίσκο.
Παράλληλα, η παραδοσιακή αντίληψη της «σίγουρης δουλειάς» δείχνει να φθίνει. Λιγότεροι από τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους επιθυμούν μια γραμμική καριέρα με σταθερό εργοδότη. Η εργασιακή επισφάλεια έχει πλέον εσωτερικευτεί ως κανονικότητα, όχι ως επιλογή, αλλά ως προσαρμογή σε μια αγορά που δεν προσφέρει σταθερότητα ούτε προοπτική.


