Η Ευρώπη και η Ελλάδα έχουν εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία η «άλλη πλευρά» της Ιστορίας δεν μπορεί πλέον να αγνοείται. Οι πολίτες δεν πείθονται από εκκλήσεις στη σταθερότητα, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από απτά οφέλη, αλλά οδηγεί σε περιθωριοποίηση των δύο τρίτων της κοινωνίας
• Για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα η συμφωνία Ε.Ε. – Mercosur παρουσιαζόταν ως αναπόφευκτη εξέλιξη, ως ο μεγάλος στρατηγικός στόχος της ευρωπαϊκής οικονομικής διπλωματίας. Για τις ελίτ των Βρυξελλών αποτελούσε το «ιερό δισκοπότηρο», μια επιλογή υπεράνω αμφισβήτησης. Γι’ αυτό και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να παγώσει τη διαδικασία επικύρωσης, ζητώντας γνωμοδότηση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δεν συνιστά απλώς θεσμική καθυστέρηση, αλλά εκπέμπει και σαφές πολιτικό μήνυμα ότι το αφήγημα του «ορθολογικού κέντρου» αρχίζει να καταρρέει.
- Του Ανδρέα Καψαμπέλη
• Η ψηφοφορία στο Στρασβούργο ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο τη ρήξη, καθώς το γερμανικό AfD και οι Πράσινοι βρέθηκαν στο ίδιο στρατόπεδο. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές έχουν διαλυθεί, διαμορφώνοντας μια κοινή αντίδραση απέναντι στις επιταγές των Βρυξελλών. Η ανάγκη για οικονομικό προστατευτισμό συναντά την περιβαλλοντική ηθική, δημιουργώντας μια πολιτικά ηχηρή σύγκλιση που αμφισβητεί ευθέως τους ευρωπαϊκούς «μονόδρομους».
• Στο επίκεντρο αυτής της σύγκρουσης βρίσκεται το μοντέλο διακυβέρνησης που εκπροσωπούν η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και οι υποστηρικτές του «ορθολογικού φιλελευθερισμού». Το αφήγημα των «αναγκαίων επιλογών» και των προδιαγεγραμμένων αποφάσεων κλονίζεται, καθώς μια ετερόκλητη πολιτική συμμαχία αξιοποιεί τα ίδια τα θεσμικά εργαλεία της Ενωσης -ακόμη και τη δικαστική οδό- για να μπλοκάρει μια συμφωνία που μέχρι πρότινος παρουσιαζόταν ως δεδομένη.
• Το πραγματικό διακύβευμα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις Βρυξέλλες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η πολιτική δυναμική θα μεταφερθεί και στα εθνικά Κοινοβούλια, επηρεάζοντας τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες. Στην Ελλάδα τα σημάδια είναι ήδη ορατά. Είτε στα Ελληνοτουρκικά είτε στον πρωτογενή τομέα, η κυβερνητική στρατηγική δέχεται πλέον αμφίπλευρη πίεση…
• Ετσι, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που έχει επενδύσει στο προφίλ της «μοναδικής ορθολογικής λύσης», της «αριστείας» και των τεχνοκρατικών βεβαιοτήτων, βρίσκεται εγκλωβισμένη σε πολιτική μέγκενη. Οι καταγγελίες περί «εθνικής υποχώρησης» και «ξεκληρίσματος των αγροτών» λόγω της Mercosur συνυπάρχουν με εκείνες για «υποταγή στα συμφέροντα των πολυεθνικών», παρότι προέρχονται από διαφορετικές και συχνά αντίθετες πολιτικές αφετηρίες. Η ταυτόχρονη παρουσία αυτών των αντιδράσεων δείχνει ότι η κοινωνική νομιμοποίηση των πολιτικών μονόδρομων εξαντλείται…
• Το «ορθολογικό κέντρο», του οποίου δηλωμένος εκφραστής είναι και ο κ. Μητσοτάκης, στηρίχτηκε στην αντίληψη ότι κρίσιμες αποφάσεις είναι τεχνοκρατικά αναπόφευκτες και, ως εκ τούτου, δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Η υπόθεση Mercosur, όμως, λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι, όταν τα φλέγοντα ζητήματα αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα, τον παραγωγικό ιστό και την εθνική οικονομία, ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός παύει να λειτουργεί ως άλλοθι.
• Η Ευρώπη και η Ελλάδα έχουν εισέλθει σε μια περίοδο κατά την οποία η «άλλη πλευρά» της Ιστορίας δεν μπορεί πλέον να αγνοείται. Οι πολίτες δεν πείθονται από εκκλήσεις στη σταθερότητα, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από απτά οφέλη, αλλά οδηγεί σε περιθωριοποίηση των δύο τρίτων της κοινωνίας.
• Η σύγκλιση αντιθέτων, που μέχρι πρόσφατα λοιδορούνταν ως πολιτικός τυχοδιωκτισμός, αποδεικνύεται τελικά σύμπτωμα βαθύτερης κρίσης εκπροσώπησης. Το λεγόμενο «Κέντρο» δεν ηττάται από τα άκρα, αλλά από τη δική του αδυναμία να ακούσει και να ενσωματώσει τις κοινωνικές ανησυχίες που αυτά εκφράζουν, σε έναν κόσμο που έχει πάψει να αποδέχεται τους «μονόδρομους»…
Από τη στήλη «Ο κοριός» της «δημοκρατίας»


