Τριάντα χρόνια μετά, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας μιλούν για τη χαμένη ιστορική ευκαιρία που θα σταματούσε τον αναθεωρητισμό της Αγκυρας. «Μπορούσαμε» καταθέτει στη «δ» ο Γ. Εγκολφόπουλος, κυβερνήτης της φρεγάτας «ΑΔΡΙΑΣ»
Τριάντα χρόνια μετά τα Ιμια το ερώτημα που συνεχίζει να κατατρώγει όσους ακόμη αισθάνονται πικρία από εκείνη τη βραδιά είναι τι θα γινόταν εάν η πολιτική ηγεσία δεν είχε αποφασίσει την «απαγκίστρωση», με τον ταπεινωτικό τρόπο που το έκανε. Τι θα είχε συμβεί αν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις είχαν κανόνες εμπλοκής και είχαν διαταχθεί, ή έστω τους είχε επιτραπεί, να υπερασπιστούν την ελληνική γη.
Η βαθιά πικρία που διατρέχει τις μαρτυρίες των ανθρώπων που βρέθηκαν στις γέφυρες των πλοίων εκείνη τη νύχτα δεν πηγάζει από μια αίσθηση στρατιωτικής αδυναμίας, αλλά από την ακριβώς αντίθετη και οδυνηρή διαπίστωση: το Πολεμικό Ναυτικό είχε την απόλυτη τακτική υπεροχή και την ιστορική ευκαιρία να καταφέρει ένα πλήγμα που θα σταματούσε τον τουρκικό αναθεωρητισμό για δεκαετίες.
Ο Γιάννης Εγκολφόπουλος, ως κυβερνήτης εκείνο το βράδυ της φρεγάτας «ΑΔΡΙΑΣ», είναι κατηγορηματικός: «Η Ελλάδα είχε την ισχύ να “τελειώσει” τους Τούρκους μέσα σε λίγα λεπτά». «Οχι να τους νικήσει», δηλώνει στη «δημοκρατία» χαρακτηριστικά, «αλλά να τους “τελειώσει”».
«Στα καράβια του Στόλου», αφηγείται, αφού κάθε χρονιά ξαναζεί εκείνη τη νύχτα, «το ηθικό ήταν στα ύψη και η κυρίαρχη φράση που ανταλλασσόταν μεταξύ των πληρωμάτων δεν ήταν απλώς “πάμε να νικήσουμε”, αλλά “πάμε να τελειώνουμε μαζί τους”». «Υπήρχε η ακράδαντη πεποίθηση ότι, αν η πολιτική ηγεσία είχε το σθένος να δώσει το πράσινο φως, ο τουρκικός στόλος θα υφίστατο μια πανωλεθρία από την οποία θα ήταν αδύνατο να συνέλθει». «Εκείνο το βράδυ όλος ο κόσμος, όλα τα πληρώματα δεν έλεγαν “πάμε να νικήσουμε τους Τούρκους”. Η κουβέντα που άκουγες σε όλα τα καράβια, και αυτό μου το λέγανε και οι συνάδελφοί μου οι κυβερνήτες όλο εκείνο το βράδυ, ήταν “πάμε να τελειώνουμε με τους Τούρκους”».

«Θέλαμε να τους τελειώσουμε και, αν μας είχε δοθεί η ευκαιρία, θα τους είχαμε τελειώσει διότι ξέρουμε πώς επιχειρούν». Και είναι κάθετος σε αυτό. Στρατιωτικά, η κατάσταση στο πεδίο ήταν τέτοια, που οι ελληνικές μονάδες επιφανείας είχαν εγκλωβίσει πλήρως τους στόχους τους. «Τα πλοία μας είχαν κυκλώσει τους Τούρκους, ήταν γύρω γύρω, ενώ αυτοί μαζεμένοι στη μέση». Επικαλείται μάλιστα και τη μεταγενέστερη αποδοχή της αμερικανικής πλευράς, ότι η πυκνότητα πυρός σε έναν τόσο κλειστό χώρο ήταν τέτοια, που με το που θα άνοιγε πυρ, θα εξαφανιζόταν ο αντίπαλος. Αν η πολιτική ηγεσία είχε επιτρέψει την εμπλοκή τη στιγμή που διαπιστώθηκε η παραβίαση της εδαφικής κυριαρχίας, η ελληνική απάντηση θα ήταν αστραπιαία.
Ο Εγκολφόπουλος υπογραμμίζει ότι «είχαμε το πλεονέκτημα από πάσης πλευράς να μη μείνει τίποτα όρθιο στην περιοχή, ούτε τουρκικά καράβια ούτε το νησί». Πώς είχαν πάει τα ελληνικά πλοία στα Ιμια; Το σήμα του αρχηγού του Ναυτικού στις 12.04 τα μεσάνυχτα, καλώντας τους κυβερνήτες να κάνουν το καθήκον τους για την πατρίδα και το ένδοξο Ναυτικό, ήταν σαφές: «Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι, αν χρειαστεί, όλοι σας θα φανείτε αντάξιοι της ενδόξου ιστορίας του Π.Ν. Καλή τύχη και ο Θεός μαζί σας».
Και από τους κυβερνήτες των πλοίων, όπως τονίζει ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος, ερμηνεύτηκε ως μια έμμεση προτροπή: «Από εδώ και πέρα φτιάξτε τα καράβια σας έτσι, ούτως ώστε, εάν χρειαστεί, να χτυπήσετε». Το πιο αποκαλυπτικό για το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί εκείνο το βράδυ είναι αυτό που ο Ιωάννης Εγκολφόπουλος αποκαλύπτει ότι έλαβε χώρα κατά την επιστροφή των πλοίων: «Η αποχώρηση έγινε όπως έγινε, είχε πέσει το ελικόπτερο, κλαίγαμε από τα νεύρα μας. Δεν ξέρω αν υπήρξε λαμαρίνα σε καράβι που να μην έχει φάει κλοτσιά».
Τα εγκληματικά λάθη που μετέτρεψαν τη νίκη σε ήττα
Η κρίση των Ιμίων το 1996 παραμένει στην ελληνική Ιστορία ως το πιο οδυνηρό παράδειγμα εθνικής αποτυχίας. Μια αποτυχία η οποία δεν προκλήθηκε από στρατιωτική ανεπάρκεια, αλλά από μια πρωτοφανή οργανωτική αποσύνθεση και μια σειρά εγκληματικών λαθών. Τριάντα χρόνια μετά τόσο οι μαρτυρίες στη «δημοκρατία» όσο και τα ντοκιμαντέρ, οι αναλύσεις και οι ιστορικές έρευνες αναδεικνύουν μια εικόνα «απόλυτης παράνοιας», όπου η πολιτική ηγεσία λειτουργούσε σε ένα περιβάλλον πλήρους απομόνωσης από την πραγματικότητα του μετώπου. Χωρίς κανείς να μπορεί να είναι σίγουρος εάν όλο αυτό ήταν αποτέλεσμα λάθους ή στρατηγική επιλογή της τότε ηγεσίας του Κώστα Σημίτη.
Ο Εγκολφόπουλος περιγράφει μια κατάσταση που ξεπερνά τα όρια της λογικής: οι κρίσιμες συνεδριάσεις δεν διεξάγονταν στον φυσικό τους χώρο, το Κέντρο Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ, αλλά στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή. Αυτή η γεωγραφική επιλογή δημιούργησε ένα ανυπέρβλητο πληροφοριακό «στεγανό». Χαρακτηριστική και άκρως αποκαλυπτική είναι η αναφορά του Εγκολφόπουλου στον τότε αρχηγό της ΕΥΠ. «Ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της χώρας, ο άνθρωπος που κρατούσε στα χέρια του τις πιο κρίσιμες και απόρρητες πληροφορίες για τις κινήσεις των Τούρκων κομάντος, βρισκόταν σκόπιμα εκτός του κύκλου των αποφάσεων». Δεν του επιτρεπόταν καν η είσοδος. Παρά το γεγονός ότι ο αρχηγός της ΕΥΠ προσπάθησε επανειλημμένα να προσεγγίσει τον πρωθυπουργό για να μεταφέρει δεδομένα ζωτικής σημασίας, «δεν τον δέχονταν καν», όπως υπογραμμίζει ο κυβερνήτης.
Παρότι, όπως αποκαλύπτει στη «δημοκρατία» ο Κωνσταντίνος Χατζηδάκης, απόστρατος αξιωματικός των ΟΥΚ, ο οποίος στις 17 Απριλίου 1996 πήρε την ελληνική σημαία από τα Ιμια για να μην πέσει σε χέρια Τούρκων-, στην περιοχή υπήρχε κλιμάκιο των Ενόπλων Δυνάμεων έτοιμο να μεταβεί στα δυτικά Ιμια, η διαταγή γι’ αυτό δεν ήρθε ποτέ. Ο Εγκολφόπουλος υπογραμμίζει ότι η στρατιωτική ηγεσία γνώριζε την κρισιμότητα της κατάστασης, αλλά ήταν δέσμια της πολιτικής ηγεσίας. Αναφέρει ρητά ότι ο λόγος που δεν τοποθετήθηκε φρουρά στα δυτικά Ιμια ήταν η εμμονή της πολιτικής ηγεσίας στην εντολή «να μην προκαλούμε». Ενώ οι κυβερνήτες έβλεπαν τις προκλήσεις και προειδοποιούσαν ότι οι Τούρκοι ετοιμάζουν κάτι, η εντολή που λάμβαναν ήταν περιοριστική. Παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε να επανδρωθεί η δεύτερη νησίδα, η διαταγή δεν ήρθε ποτέ.

Ο Εγκολφόπουλος περιγράφει την «παράνοια» των εντολών: από τη μία απαγόρευαν τη φύλαξη για να μη θεωρηθεί πρόκληση και από την άλλη, αφού οι Τούρκοι ανέβηκαν, η πολιτική ηγεσία στράφηκε κατά της στρατιωτικής, ρωτώντας: «Γιατί δεν το φυλάξατε το νησί;» Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Χατζηδάκη, «στην περιοχή υπήρχε κλιμάκιο των Ενόπλων Δυνάμεων έτοιμο να πάει στα δυτικά Ιμια». «Ωστόσο, λόγω της αμέλειας, της ανικανότητας ή της σκοπιμότητας της ηγεσίας, η ομάδα αυτή δεν στάλθηκε ποτέ στον στόχο της. Αντί για τα Ιμια, η ομάδα επιχείρησε τελικά για λίγες ώρες στην Καλόλιμνο, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στους Τούρκους» σημειώνει, αναλογιζόμενος τι συνέβη εκείνο το βράδυ.
Ο κυβερνήτης του «ΑΔΡΙΑΣ» θεωρεί την αποστολή του ελικοπτέρου ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα εκείνης της νύχτας και χαρακτηρίζει την πτήση «αποστολή αυτοκτονίας» λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών. Αναφέρει ότι «ο πιλότος δεν μπορούσε, ούτως ή άλλως, να δει τίποτα από τη βροχή και τη χαμηλή νέφωση, αναγκαζόμενος να κατέβει στα πέντε μέτρα πάνω από το νησί για να διακρίνει τις σκιές των Τούρκων και τη σημαία τους». Ταυτόχρονα τονίζει ότι «η πληροφορία της αποβίβασης των Τούρκων ήταν ήδη γνωστή.
Οι Αμερικανοί είχαν ήδη ενημερώσει επίσημα την ελληνική πλευρά από τις 03.40 ότι Τούρκοι κομάντος βρίσκονται στη νησίδα». Σημειώνει, δε, ότι «η ίδια η απόφαση ήταν στρατηγικά ακατανόητη, αφού, αν οι Τούρκοι ήταν αποφασισμένοι να καταλάβουν ελληνικό έδαφος, ήταν δεδομένο ότι θα είχαν οπλίσει και θα ήταν έτοιμοι να ρίξουν». «Ανεβαίνουν Τούρκοι κομάντος και η εντολή η οποία δίνεται -ενώ η κρίση έβραζε, ενώ οι Τούρκοι ήταν όχι προκλητικοί και επιθετικοί και με το ζόρι κρατιόμασταν εμείς, να μην αρχίσουμε να ρίχνουμε- ήταν να μην προκαλούμε» θυμάται εμφανώς οργισμένος. Η νύχτα έκλεισε με τον εξευτελισμό της συμφωνίας «No ships, no troops, no flags», μια κατάληξη που ο Χατζηδάκης αποδίδει στην επιθυμία της ηγεσίας να απεμπλακεί με κάθε κόστος, παραδίδοντας εθνική κυριαρχία και αξιοπρέπεια.
Δημήτρης Σταθακόπουλος: Στα Ιμια θεμελιώθηκε
η θεωρία των γκρίζων ζωνών
Η κρίση των Ιμίων το 1996 δεν αποτέλεσε ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά τη στρατηγική αφετηρία μιας νέας, επικίνδυνης πραγματικότητας στο Αιγαίο. Οπως αναλύει ο νομικός και τουρκολόγος Δημήτρης Σταθακόπουλος, η 31η Ιανουαρίου υπήρξε το θεμέλιο πάνω στο οποίο η Αγκυρα έχτισε τη θεωρία των γκρίζων ζωνών. Συγκεκριμένα τονίζει ότι «η κρίση των Ιμίων δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα στο Αιγαίο. Η Τουρκία εισήγαγε για πρώτη φορά επίσημα τη θεωρία των γκρίζων ζωνών, δηλαδή την αμφισβήτηση της κυριαρχίας σε νησίδες και βραχονησίδες που έως τότε θεωρούνταν αναμφισβήτητα ελληνικές».
Σύμφωνα με τον ίδιο, διαχρονικά, τα Ιμια αποτέλεσαν σημείο καμπής στη στρατηγική ισορροπία, αφού από το 1996 και μετά παρατηρείται συστηματική τουρκική αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Κλιμάκωση παραβιάσεων εναέριου χώρου και υπερπτήσεων. Εδραίωση της λογικής της διαχείρισης κρίσεων αντί της αποτροπής. Μετατόπιση του διεθνούς λόγου από το ποιος έχει δίκιο στο να μη διαταραχθεί η σταθερότητα.

Υπογραμμίζει δε ότι η κρίση των Ιμίων δεν υπήρξε μεμονωμένο επεισόδιο. Υπήρξε το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκε η τουρκική αναθεωρητική στρατηγική των επόμενων δεκαετιών. Η Τουρκία αξιοποίησε τα Ιμια ως στρατηγικό προηγούμενο και πέτυχε να μετατρέψει ένα ζήτημα ελληνικής κυριαρχίας σε διμερή διαφορά και να επιβάλει διεθνώς την έννοια της αμφισβητούμενης περιοχής. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Σταθακόπουλο, η Τουρκία πέτυχε ακόμη να καλλιεργήσει τη θεωρία ότι το Αιγαίο είναι ειδική περίπτωση και όχι σαφώς ρυθμισμένο από το Διεθνές Δίκαιο. Να ελέγχει την κλιμάκωση, αφού προκαλεί, μετρά τις αντιδράσεις και παγιώνει τετελεσμένα χαμηλής έντασης.
Ως «προίκα» των Ιμίων, επέκταση της νύχτας εκείνης περιγράφει ο Δημήτρης Σταθακόπουλος ακόμη και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Οπως τονίζει η στρατηγική αυτή κορυφώθηκε με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις επαναλαμβανόμενες αμφισβητήσεις ελληνικών νησιών, ακόμα και κατοικημένων. «Ολα αυτά στη διεθνή ορολογία ονομάζονται creeping jurisdiction/ έρπουσα δικαιοδοσία» συνεχίζει. Η Ελλάδα όφειλε να είχε αντιληφθεί ότι δεν επρόκειτο για ένα επεισόδιο, αλλά για στρατηγική στροφή της Τουρκίας. Επρεπε να μην αποδεχθεί τη λογική της αμοιβαίας αποκλιμάκωσης σε ελληνικό έδαφος. Να διεθνοποιήσει αμέσως το ζήτημα ως παραβίαση συνόρων. Να διαμορφώσει σαφή εθνική στρατηγική αποτροπής.
Στο μέλλον
Ετσι, σήμερα, 30 χρόνια μετά, η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Σταθακόπουλο οφείλει: «Να επενδύει διαρκώς σε αξιόπιστη στρατιωτική ισχύ. Να χαράσσει κόκκινες γραμμές και να τις καθιστά πειστικές. Να αξιοποιεί το Διεθνές Δίκαιο, αλλά χωρίς την ψευδαίσθηση ότι αυτό από μόνο του αρκεί. Να συγκροτήσει ενιαίο εθνικό δόγμα εξωτερικής πολιτικής, πέρα από κυβερνητικές εναλλαγές».
Η αποτροπή δεν είναι επιθετικότητα, σημειώνει, αλλά αντιθέτως είναι προϋπόθεση ειρήνης. «Συμπερασματικά, τα Ιμια δεν ανήκουν στο παρελθόν. Ανήκουν στο παρόν και το μέλλον της ελληνικής στρατηγικής συνείδησης. Η κρίση του 1996 δίδαξε ότι η απουσία αποφασιστικότητας παράγει αναθεωρητισμό, ενώ η σαφής ισχύς παράγει σεβασμό. Τριάντα χρόνια μετά το ζητούμενο δεν είναι η αναβίωση της έντασης, αλλά η οικοδόμηση μιας σοβαρής εθνικής στάσης με αυτοπεποίθηση, στρατηγικό βάθος και ιστορική μνήμη» καταλήγει.