O άνθρωπος που μετέχοντας στα πολιτικά πράγματα της εποχής κατέγραψε την απαρχή της κυριαρχίας των Ρωμαίων και την παρακμή της αρχαίας Ελλάδας
O Πολύβιος, Ελληνας από τη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, που έζησε περίπου από το 200 π.Χ. μέχρι το 120 π.Χ., ήταν γιος του Λυκόρτα, που υπήρξε ένας από τους πιο διακεκριμένους πολιτικούς της Αχαϊκής Συμπολιτείας και φίλος του Φιλοποίμενος.
- Γράφει ο Χρήστος Η. Χαλαζιάς
Από τον πατέρα του ο Πολύβιος απέκτησε βαθιά γνώση των στρατιωτικών και πολιτικών υποθέσεων και του εμπιστεύτηκαν αργότερα μεγάλα αξιώματα, όπως του ιππάρχου, που ήταν δεύτερο στη σειρά της ιεραρχίας της Αχαϊκής Συμπολιτείας.
Ηταν υποστηρικτής της άποψης ότι η Ελλάδα έπρεπε να δεχτεί τη ρωμαϊκή κυριαρχία, αν ήθελε να διατηρήσει κάποιο είδος αυτονομίας για τις πόλεις της. Εκανε μεγάλες προσπάθειες για να διατηρήσει την ουδετερότητα της Αχαϊκής Συμπολιτείας και το κατόρθωσε στον πόλεμο των Ρωμαίων εναντίον του Περσέα της Μακεδονίας. Αλλά αυτή η ουδετερότητα της Συμπολιτείας προκάλεσε την υποψία των Ρωμαίων. Ο Πολύβιος ήταν ένας από τους χίλιους Αχαιούς που αποτελούσαν το άνθος της κοινωνίας της Συμπολιτείας, τους οποίους το 167 π.Χ οι Ρωμαίοι πήραν μαζί τους ως ομήρους σε αντίποινα επειδή είχαν ταχθεί με το μέρος τους στον πόλεμο εναντίον του Περσέα.
Μόρφωση
Ενώ οι υπόλοιποι συμπατριώτες του εξορίστηκαν σε διάφορες ετρουσκικές πόλεις, ο Πολύβιος, εξαιτίας της μεγάλης μόρφωσής του, έγινε δεκτός στο σπίτι του Αιμιλίου Παύλου, του νικητή του Γ΄ Μακεδονικού Πολέμου, που του εμπιστεύτηκε την εκπαίδευση των γιων του, Φαβίου και Σκιπίωνος. Ο Σκιπίων ήταν τότε 18 ετών και ανάμεσα σε αυτόν και τον Πολύβιο αναπτύχθηκε μια θερμή φιλία. Ο τελευταίος ακολούθησε τον Σκιπίωνα σε όλες τις εκστρατείες του, έχοντας χρέη συμβούλου.
Ετσι, μπόρεσε να διαβάσει πολλά δημόσια έγγραφα και να συγκεντρώσει πολύ υλικό για το τεράστιο ιστορικό έργο του. Με τη μεσολάβηση του Σκιπίωνος, ο Πολύβιος πήρε το 151 π.Χ., έπειτα από 17 χρόνια ομηρίας, την άδεια να γυρίσει στην πατρίδα του μαζί με όσους Αχαιούς ζούσαν ακόμη. Αλλά τον επόμενο κιόλας χρόνο έτρεξε να συναντήσει τον φίλο του, Σκιπίωνα, και να τον συνοδεύσει στην εκστρατεία του στην Αφρική. Ετσι ήταν παρών, το 146 π.Χ., στην πολιορκία και την καταστροφή της Καρχηδόνας.
Γύρισε στην Ελλάδα μετά την καταστροφή της Κορίνθου από τον Μόμιο τον ίδιο χρόνο, και άσκησε όλη την επιρροή που είχε στους Ρωμαίους για να πετύχει όσο το δυνατόν πιο ευνοϊκούς όρους υποταγής και να μετριάσει τη συμφορά των συμπολιτών του. Οταν η Ελλάδα μεταβλήθηκε σε ρωμαϊκή επαρχία, ο Πολύβιος ανέλαβε το δύσκολο έργο να οργανώσει τη νέα μορφή κυβέρνησης στις ελληνικές πόλεις. Στο έργο του αυτό κέρδισε τη μεγαλύτερη αναγνώριση τόσο από τους κατακτητές όσο και από τους συμπατριώτες του, που τον αντάμειψαν για τις υπηρεσίες του, εγείροντας ανδριάντες του στη Μεγαλόπολη και σε άλλες πόλεις, καθώς και με άλλους φόρους τιμής (Πολυβίου Επιτομή, ΧΙ 10, Παυσανίας VIII, 9, 30, 37, 44, 48). Το βάθρο ενός τέτοιου ανδριάντα ανακαλύφθηκε στην Ολυμπία.
Εκτός από την ιστορία του, ο Πολύβιος έγραψε μια βιογραφία του Φιλοποίμενος αλλά και άλλα έργα που χάθηκαν. Αρχικά σκόπευε να σκιαγραφήσει στην ιστορία του τη γρήγορη και δραματική άνοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Μεσόγειο, από τις αρχές του Β΄ Καρχηδονικού Πολέμου έως το τέλος του Γ΄ Μακεδονικού Πολέμου (220-168 π.Χ). Κατόπιν, άρχισε να επεκτείνει το έργο του ώστε να καλύψει την προκαταρκτική περίοδο από τις αρχές του Α΄ Καρχηδονικού Πολέμου (264 π.Χ.) και την ακόλουθη περίοδο, έως την καταστροφή της Καρχηδόνας και της Κορίνθου (146 π.Χ.). Στην πλήρη του μορφή, το έργο αποτελούνταν από σαράντα βιβλία, από τα οποία έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο τα πέντε πρώτα. Από τα υπόλοιπα έχουν φτάσει ως εμάς αποσπάσματα και παραθέσεις χωρίων.
Το βιβλίο VI περιλαμβάνει μια σκιαγράφηση του ρωμαϊκού Συντάγματος της εποχής του Πολυβίου, καθώς και σύγκρισή του με τα Συντάγματα των ελληνικών πόλεων. Ο Πολύβιος (735) απέδιδε το μεγαλείο της Ρώμης στην τελειότητα του ρωμαϊκού Συντάγματος, που ήταν ένα μείγμα από μοναρχικά, αριστοκρατικά και δημοκρατικά στοιχεία. Ο Πολύβιος ήταν εξαιρετικά προικισμένος γι’ αυτό το έργο από την προσωπική του πολιτική εμπειρία, τη διπλωματία του, την πολεμική του πείρα και από τα ταξίδια και τη γνωριμία του με πολλές ηγετικές προσωπικότητες της Ρώμης. Επίσης, ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για μια τέτοια εργασία, εξαιτίας της αυστηρής προσήλωσής του στην αλήθεια, την οποία, για να την πετύχει, κατέφυγε σε κοπιώδη μελέτη εγγράφων και αρχείων.
Οι αιτίες
Είχε σαφή αντίληψη, πράγμα αξιοσημείωτο για έναν σύγχρονο μάρτυρα της θέσης που είχε κατορθώσει να αποκτήσει η Ρώμη στον μεσόγειο κόσμο. Αναζητεί συστηματικά τα αίτια των γεγονότων (τίποτα, είτε είναι πιθανό είτε απίθανο, δεν μπορεί να συμβεί χωρίς αιτία), ιχνηλατώντας την εξέλιξη των εθνών και η παρακμή τους. Δεν αποφεύγει να εκθέσει τις αιτίες της ελληνικής παρακμής. Η αφήγησή του είναι σαφής και απλή, χωρίς ρητορικά πυροτεχνήματα, γραμμένη στην κοινή αττική διάλεκτο, η οποία επικρατούσε από το 300 π.Χ. και χωρίς την κομψότητα των Ελλήνων πεζογράφων της μεγάλης περιόδου.
Τα μακρινά ταξίδια και ο θάνατός του στην Ελλάδα
Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, κατά τα οποία θα πρέπει να ασχολήθηκε κατά μεγάλο μέρος με τη συγγραφική του εργασία. Λέγεται ότι ξαναγύρισε στη Ρώμη για να συμπληρώσει το ιστορικό του έργο και ότι έκανε μακρινά ταξίδια στις μεσογειακές χώρες για να συγκεντρώνει στοιχεία για την ιστορία του θέλοντας να αποκτήσει ιδιαίτερη, προσωπική οπτική και γνώση των ιστορικών τοποθεσιών.
Το 134 π.Χ. φαίνεται πως συνόδευσε τον Σκιπίωνα στην Ισπανία και παραβρέθηκε στην άλωση της Νουμαντίας, διότι ο Κικέρων παραδίδει πως ο Πολύβιος έγραψε την ιστορία του πολέμου εναντίον της Νουμαντίας. Μετά τον θάνατο του Σκιπίωνος ξαναγύρισε στην Ελλάδα και πέθανε γύρω στο 120 π.Χ., σε ηλικία 82 ετών, έπειτα από τον τραυματισμό του σε μια πτώση από άλογο.