Το συγκλονιστικό κείμενο μιας κυρίας του χωριού που στέλνει σήμα κινδύνου
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
Για κάποιους επαγγελματίες του δικού μας κλάδου συνηθισμένους στο ξεσκόνισμα κάθε εξουσίας (σ’ αυτό τουλάχιστον είναι σταθεροί…) ο ατάλαντος και τοξικός κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης που ενορχηστρώνει το ημερήσιο πρωθυπουργικό ψεύδος είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να βρει ο Μητσοτάκης γι’ αυτό το δύσκολο ομολογουμένως πόστο.
Θυμίζω, στα χρόνια της παρατεταμένης αδυναμίας του Ανδρέα με τον πληθωρικό Ευάγγελο Βενιζέλο στην ίδια θέση, πολλούς να λένε μεταξύ σοβαρού κι αστείου: «Η χώρα μπορεί να μην έχει κυβέρνηση, αλλά διαθέτει κυβερνητικό εκπρόσωπο»! Καμιά σχέση βέβαια ο περιορισμένων δυνατοτήτων Μαρινάκης, ο οποίος την περασμένη βδομάδα στο καθιερωμένο υβρεολόγιο εναντίον πολιτικών αντιπάλων χαρακτήρισε τον Α. Τσίπρα πρωθυπουργό της Μόριας και της Ειδομένης. Θα συμφωνήσουμε. Αλλά να μας πει τι σόι πρωθυπουργός είναι ο Μητσοτάκης, που επί ημερών του το Αιγαίο έχει γίνει σουρωτήρι. Στοιχεία το λένε…
Οσο για την Ειδομένη, έπεσα στο διαδίκτυο πάνω σε μια ανάρτηση της ομάδας «Κυρατζήδων Μονοπάτια», που αναδημοσιεύει το συγκλονιστικό κείμενο μιας ευγενέστατης και ξιοπρεπούς κυρίας που στέλνει σήμα κινδύνου, μπας και φιλοτιμηθεί κάνας πατριώτης εκεί το απόκοσμο Μαξίμου. Ιδού τα χαΐρια Μητσοτάκη:
«Το χωριό μου λέγεται Ειδομένη. Είναι ακριτικό. Είναι σύνορο. Είναι το τελευταίο χωριό της Ελλάδας πριν τα Σκόπια. Και σήμερα είναι ένα χωριό εγκαταλελειμμένο από την ίδια την Πολιτεία. Η Ειδομένη δεν ήταν ποτέ ένα “ασήμαντο” χωριό. Στάθηκε όρθια στα σύνορα. Στάθηκε όρθια στις δυσκολίες με τη γλώσσα. Και στάθηκε όρθια όταν η Ευρώπη γύριζε την πλάτη της στην προσφυγιά της Συρίας. Οταν χιλιάδες κατατρεγμένοι άνθρωποι πέρασαν από εδώ, η Ειδομένη δεν ρώτησε θρησκεία, χρώμα ή πολιτική. Ανοιξε καρδιές, αυλές, σπίτια. Εδωσε νερό, ψωμί, ανθρωπιά. Και τι έκανε το ελληνικό κράτος για την Ειδομένη; Τίποτα. Σήμερα τα σπίτια μας είναι βεβηλωμένα. Κακοποιοί, διακινητές, κάθε είδους αρπακτικά μπαίνουν ανενόχλητοι σε άδεια σπίτια. Διαλύουν μνήμες, όχι αντικείμενα. Καίνε τις κουβέρτες που μας σκέπαζαν οι γιαγιάδες μας, κοιμούνται στα κρεβάτια μας, πίνουνε καφέ στα ποτήρια μας και σπάνε τα αγαπημένα μας αντικείμενα, που μας θυμίζουν ότι κάποτε αυτό το σπίτι είχε ζωή και φως.
Χρόνια ολόκληρα η Ειδομένη είχε Αστυνομία. Κοντά στην πλατεία, υπήρχε μια στοιχειώδης κίνηση στο χωριό. Και την πήραν κι αυτήν. Πήραν την Αστυνομία από το τελευταίο χωριό της Ελλάδας. Αφησαν τα σύνορα χωρίς παρουσία, τα σπίτια χωρίς προστασία, τους ανθρώπους χωρίς φωνή. Το μόνο που υπάρχει πλέον από προστασία είναι κάτι οχήματα της Frontex με Πολωνούς αστυνομικούς, που οι περισσότεροι από αυτούς δεν γνωρίζουν καν
αγγλικά και δεν έχουμε καν τη δυνατότητα να ζητήσουμε βοήθεια, έστω τηλεφωνική.
Αυτό δεν είναι αμέλεια. Είναι συνειδητή εγκατάλειψη. Κάποτε φεύγαμε από το χωριό και κοιτούσαμε τον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Πίσω μάς χαιρετούσαν οι αγαπημένοι μας άνθρωποι. Σήμερα, πίσω μας μένουν σιδεριές, κλειδαριές, πατέντες και σπασμένες πόρτες. Οχι γιατί φύγαμε εμείς. Αλλά γιατί μας έδιωξαν με την αδιαφορία τους. Η κυβέρνηση οφείλει να ντρέπεται. Η Ελληνική Αστυνομία οφείλει εξηγήσεις. Γιατί τα σύνορα δεν φυλάσσονται με λόγια. Και η Ελλάδα δεν τελειώνει στην Αθήνα.
Σήμερα πηγαίνω στο χωριό μου και πονάω. Πέρα από το προσωπικό μου πένθος για τους ανθρώπους που έχασα, πονάω για την εικόνα του, δεν θα ξαναείμαι ποτέ πια ασφαλής εκεί, τίποτα δεν είναι πλέον όπως πριν. Γιατί η Ειδομένη δεν χάθηκε μόνη της. Την άφησαν στο έλεός της».
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «Δημοκρατίας»


