Η αυξημένη κατανάλωση προηγμένων πυραύλων, οι προκλήσεις της παραγωγής και τα διδάγματα για τη χώρα μας
Του Περικλή Ζορζοβίλη
Καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται για τρίτη εβδομάδα και μετά την προσβολή περισσότερων από 5.500 ιρανικών στόχων με βάση τις πιο πρόσφατες (11 Μαρτίου) ανακοινώσεις της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM) των ΗΠΑ, έχει αναδειχθεί το ζήτημα της απομείωσης των αποθεμάτων όπλων των ΗΠΑ.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το πρώτο 48ωρο των επιχειρήσεων κατά του Ιράν οι ΗΠΑ ανάλωσαν όπλα αξίας 5,6 δισ. δολαρίων (4,84 δισ. ευρώ). Πόσο πιθανό είναι οι ΗΠΑ να αντιμετωπίσουν έλλειμμα σε ορισμένες κατηγορίες όπλων; Ή τα αποθέματά τους να μειωθούν σε τέτοιο βαθμό, που θα επηρεάσουν τη δυνατότητα αντίδρασης σε κρίση που μπορεί να εκδηλωθεί σε άλλη περιοχή του κόσμου με ομότιμο (peer-to-peer) αντίπαλο, όπως για παράδειγμα η Ταϊβάν; Ποια συμπεράσματα μπορεί να εξαγάγει μία χώρα όπως η Ελλάδα για τα αποθέματα όπλων που διαθέτει και τις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες;
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στις αυξημένες καταναλώσεις ορισμένων κατηγοριών όπλων, όπως οι πύραυλοι που βάλλονται από εγκατεστημένα στη ξηρά και επί πλοίων επιφανείας συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας, αλλά και τα υψηλής ακρίβειας και καταστρεπτικής ικανότητας που χρησιμοποιούνται για προσβολή «σκληρών» (καλά προστατευμένων) στόχων. Μάλιστα, την προηγούμενη Παρασκευή (6 Μαρτίου) ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε τη συνάντησή του με διευθυντικά στελέχη των επτά μεγαλύτερων αμυντικών βιομηχανιών των ΗΠΑ (BAE Systems, Boeing, Honeywell Aerospace, L3Harris, Lockheed Martin, Northrop Grumman και RTX-πρώην Raytheon), όπου συζητήθηκαν «η παραγωγή και τα χρονοδιαγράμματα παραγωγής».
Βέβαια, στις δημόσιες δηλώσεις του ο Τραμπ εμφανίζεται απόλυτα καθησυχαστικός. «Εχουμε σχεδόν απεριόριστο απόθεμα αυτών των όπλων. Οι πόλεμοι μπορούν να διεξάγονται επ’ αόριστο («για πάντα»)» είχε δηλώσει στις 2 Μαρτίου, δύο ημέρες μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιχειρήσεων κατά του Ιράν. Ομως η συνάντηση της 6ης Μαρτίου αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι όντως υφίσταται ζήτημα επάρκειας των αποθεμάτων, καθώς η παραγωγή μέχρι σήμερα έχει αποτύχει στην αναπλήρωσή τους. Αποτελεί επίσης επιβεβαίωση της ύπαρξης του προβλήματος που εδώ και χρόνια είχε διαγνωστεί και αναδείχθηκε πολύ εντονότερο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022.
Σε παρατεταμένες χρονικά επιχειρήσεις, και πολύ περισσότερο κατά ομότιμου ή σχεδόν ομότιμου αντιπάλου, οι καταναλώσεις είναι υπερβολικά αυξημένες σε σχέση με τις προβλέψεις (πρακτικά τις καταναλώσεις προηγούμενων συρράξεων). Τυπικό παράδειγμα αποτελούν οι πύραυλοι του συστήματος αντιπυραυλικής άμυνας THAAD (Terminal High Altitude Area Defense: μεγάλου υψομέτρου τερματικής άμυνας περιοχής).
Τον Ιούνιο του 2025, στις διάρκειας 12 ημερών αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις κατά του πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν, κατά εκτιμήσεις οι ΗΠΑ κατανάλωσαν 100-150 πυραύλους για την αντιμετώπιση των ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων κατά ισραηλινών στόχων και της αεροπορικής βάσης Αλ Ουντέιντ, στο Κατάρ, όπου εδρεύουν τουλάχιστον 10.000 άτομα στρατιωτικό προσωπικό και το προκεχωρημένο στρατηγείο της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ.
Ο αριθμός αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό των αμερικανικών προμηθειών. Σύμφωνα με το αμερικανικό Κέντρο Διεθνών και Στρατηγικών Μελετών (CSIS: Center for Strategic and International Studies), την περίοδο από το 2013 έως τον Δεκέμβριο του 2025 οι ΗΠΑ προμηθεύτηκαν 534 πυραύλους THAAD. Εξ αυτών, οι 384 αναγκαιούν για την πλήρωση των εκτοξευτών των οκτώ πυροβολαρχιών THAAD (έξι εκτοξευτές με οκτώ κελιά έκαστος ανά πυροβολαρχία). Γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό ότι το απόθεμα των 150 πυραύλων που απέμεινε για αναχορηγία έχει μειωθεί δραματικά ή έχει εκμηδενιστεί.
Σε αντίθεση, η κατανάλωση των αντιβαλλιστικών πυραύλων Standard Missile-3 (SM-3), που εκτοξεύονται από πλοία επιφανείας, ήταν μικρότερη. Κατά εκτιμήσεις 12 πύραυλοι αναλώθηκαν τον Οκτώβριο του 2024, στην πυραυλική επίθεση του Ιράν κατά του Ισραήλ με περίπου 200 βαλλιστικούς πυραύλους, και 80 τον Ιούνιο του 2025. Κατά το CSIS, από το 2013 έως και τον Δεκέμβριο του 2025 οι ΗΠΑ προμηθεύτηκαν συνολικά 506 πυραύλους.
Σε ό,τι αφορά το Patriot, στις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή από τον Οκτώβριο του 2023 (επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ) μέχρι σήμερα έχει ευρεία χρήση. Ομως επωφελείται από τη μακροχρόνια και σταθερή παραγωγή. Κατά το CSIS τη δεκαετία 2015-2024 οι ΗΠΑ προμηθεύονταν ετησίως κατά μέσο όρο 270 πυραύλους της έκδοσης PAC-3 MSE (η υψηλότερων επιδόσεων έκδοση κατά πυραύλων βαλλιστικών ή πλεύσης), ενώ το 2025 παρήχθησαν 620 πύραυλοι, κατά 20% περισσότεροι σε σχέση με το 2024.
Επιπρόσθετα, τις αρχές του περασμένου Ιανουαρίου έγινε συμφωνία μεταξύ του υπουργείου Πολέμου και της κατασκευάστριας Lockheed Martin για την αύξηση της ετήσιας παραγωγής από 600 σε 2.000 πυραύλους σε διάστημα επτά ετών.
Παραπλήσια είναι η κατάσταση σε άλλα όπλα. Οπως ο εκτοξευόμενος από αέρος, βεληνεκούς έως 1.800 χλμ., πύραυλος πλεύσης AGM-158 JASSM (Joint Air-to-Surface Standoff Missile), που για το 2026 προβλέπεται η προμήθεια 389 μονάδων. Ηδη η Lockheed Martin προετοιμάζει την αύξηση της ετήσιας παραγωγής του JASSM και του LRASM (έκδοση κατά πλοίων επιφανείας) σε 1.100 μονάδες από 720 το 2024, ενώ το Κογκρέσο ζήτησε το 2022 από το Πεντάγωνο να δημιουργηθεί απόθεμα 3.100 πυραύλων.
Πάντως στο πέμπτο χρόνο από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και στον τρίτο χρόνο μετά την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, παρά τις συστηματικές επενδύσεις, δεν έχει ακόμη επιτευχθεί το αναγκαίο επίπεδο βιομηχανικής κινητοποίησης σε ΗΠΑ και Ευρώπη ώστε η παραγωγή να ανταποκριθεί στις αυξημένες καταναλώσεις.
Αντικειμενικά η αύξηση της παραγωγής και ειδικότερα η οργάνωση και η διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας αποτελούν δύσκολο εγχείρημα. Καθοριστική παράμετρο αποτελεί και η πρόσβαση σε αποθέματα σπάνιων γαιών που έχουν ευρύτατη χρήση σε αμυντικές εφαρμογές. Σήμερα η παραγωγή τους σε ποσοστό 60%-70% ελέγχεται από την Κίνα, η οποία επίσης ελέγχει το 90% της δυνατότητας εμπλουτισμού – κατεργασίας και το 94% της παραγωγής μόνιμων μαγνητών. Στον αντίποδα, η Δύση, που από το 2010 άρχισε προσπάθεια απεξάρτησης, ακόμη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη δημιουργία ολοκληρωμένης αλυσίδας εφοδιασμού. Καθοριστικός παράγοντας είναι επίσης η σταθερότητα χρηματοδότησης της παραγωγής. Δηλαδή η συστηματική τοποθέτηση παραγγελιών, που επιτρέπει την καλύτερη οργάνωσή της και την απόσβεση των επενδύσεων σε βάθος χρόνου και επιτυγχάνει οικονομίες κλίμακας (μείωση κόστους).
Επιτακτική για την Ελλάδα η αύξηση των αποθεμάτων στα πυρομαχικά της
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, είναι επιτακτική ανάγκη η αύξηση των αποθεμάτων των όπλων στον δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό καθώς, όπως αποδεικνύεται, η προμήθειά τους σε κατάσταση ανάγκης για πολιτικούς και βιομηχανικούς λόγους πιθανά να μην είναι εφικτή. Το ίδιο ισχύει και για την ουσιαστική εμπλοκή της εγχώριας βιομηχανίας στην παραγωγή τους, ώστε να μεγιστοποιηθεί η εγχώρια προστιθέμενη αξία. Για παράδειγμα σε πυρομαχικά μικρών, μεσαίων και μεγάλων διαμετρημάτων η αποκατάσταση της εγχώριας παραγωγής ολοκληρωμένων προϊόντων αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση. Σε κατηγορίες όπλων υψηλού κόστους η σύναψη, όπου είναι δυνατόν, διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που εκτός της κοινής παραγωγής συμπεριλαμβάνουν την τήρηση κοινών αποθεμάτων θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης.
Το τραγικό είναι ότι η Τουρκία, η κύρια απειλή που αντιμετωπίζουμε, αποτελεί το παράδειγμα που πρέπει να ακολουθήσουμε. Εδώ και χρόνια συστηματικά επενδύει στην εγχώρια σχεδίαση και παραγωγή διάφορων κατηγοριών όπλων.


