Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η ακροαματική διαδικασία για την υπόθεση της έκρηξης στην οδό Αρκαδίας τον Οκτώβριο του 2024 προσέλαβε χαρακτήρα θεσμικής αντιπαράθεσης γύρω από τον ορισμό του «πολιτικού εγκλήματος». Οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης της κατηγορούμενης Μαριάννας Μανουρά επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κινήτρων και της πολιτικής υπόστασης της πράξης, αμφισβητώντας ευθέως το νομικό πλαίσιο του κατηγορητηρίου περί δόλου.
Η Μαριάννα Μανουρά, λαμβάνοντας τον λόγο, έθεσε το πλαίσιο της δίκης ως αμιγώς πολιτικό, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Αν τα κίνητρα είναι πολιτικά, τότε η δίκη είναι πολιτική. Βρίσκομαι ενάμιση χρόνο στη φυλακή και έχω χάσει τον σύντροφό μου». Η υπεράσπιση επιχείρησε να διαχωρίσει τις ενέργειες των εμπλεκομένων από το κοινό ποινικό δίκαιο, υποστηρίζοντας ότι η δράση τους εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτικού αγώνα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η κατάθεση της Πόλας Ρούπα, η οποία χαρακτήρισε τις ενέργειες του θανόντος Κυριάκου Ξυμητήρη ως «αμιγώς πολιτική πράξη». Η μάρτυρας υποστήριξε ότι η επιλογή της ένοπλης δράσης αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του ατόμου μέσα σε ένα καταπιεστικό κρατικό πλαίσιο, ενώ εξήρε τη συνέπεια της κατηγορούμενης, σημειώνοντας ότι «αυτή η βαθιά αλτρουιστική στάση θα πρέπει να εκτιμηθεί από το δικαστήριο».
Κοινό τόπο όλων των μαρτύρων υπεράσπισης αποτέλεσε η κατηγορηματική άρνηση του ενδεχόμενου δόλου. Ο Γρηγόρης Τσιρώνης χαρακτήρισε «παράλογο και προσβλητικό» το συμπέρασμα ότι ο Ξυμητήρης θα αποδεχόταν μια έκρηξη που θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του, ενώ ο Παναγιώτης Αργυρού τόνισε πως το διαμέρισμα δεν αποτελούσε στόχο, γεγονός που αποδομεί τη νομική βάση της κατηγορίας.«Ο Κυριάκος ούτε ήξερε ούτε αποδέχτηκε ότι θα πέθαινε, ούτε το διαμέρισμα ήταν στόχος για να θεωρηθεί πράξη ένοπλου αγώνα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Αργυρού.
Η Πρόεδρος του δικαστηρίου, παρεμβαίνοντας στη διαδικασία, υπενθύμισε ότι η δικαιοσύνη οφείλει να δικάζει με βάση τους ισχύοντες νόμους μιας οργανωμένης κοινωνίας. Ωστόσο, η πλευρά της υπεράσπισης επικαλέστηκε τη θεωρία του ποινικού δικαίου και τις απόψεις του καθηγητή Ιωάννη Μανωλεδάκη, υποστηρίζοντας ότι η νομολογία περί τρομοκρατίας χρησιμοποιείται συχνά για την εξαφάνιση της έννοιας του πολιτικού εγκλήματος.
Η διαδικασία συνεχίζεται, με το δικαστήριο να καλείται να αποφανθεί αν η έκρηξη και η συνολική δράση των κατηγορουμένων θα κριθεί υπό το πρίσμα της πολιτικής ιδεολογίας ή αν θα παραμείνει αυστηρά εντός των ορίων του ποινικού κώδικα για τα κακουργήματα που αφορούν εκρηκτικές ύλες και οπλισμό.



