Ο πρωθυπουργός δεν έκανε καμία αναφορά στα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας. Αντιφατικές οι δηλώσεις τους
Πίσω από τα χαμόγελα, τις φιλοφρονήσεις και την ενδυματολογική συζήτηση για τις στιλιστικές προτιμήσεις του Εντι Ράμα, η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αλβανό πρωθυπουργό στο Μέγαρο Μαξίμου ανέδειξε μια κραυγαλέα αντίφαση που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη.
Διότι, την ώρα που ο Ελληνας πρωθυπουργός, υποδεχόμενος περιχαρής τον Ράμα, έκανε λόγο για «μια σημαντική ευκαιρία να επιλύσουμε και τα εκκρεμή ζητήματα που αφορούν τις διμερείς μας σχέσεις και να εδραιώσουμε την αληθινή φιλία μεταξύ των δύο λαών μας», ο Εντι Ράμα έσπευδε να ξεκαθαρίσει ακριβώς το αντίθετο: ότι «δεν υπάρχει πλέον κανένα εκκρεμές θέμα μεταξύ μας».
Η αντίφαση αυτή δεν είναι τυπική ούτε δευτερεύουσα, αλλά συμπυκνώνει την ουσία ακόμη μιας αποτυχημένης διπλωματικά συνάντησης, δίχως κανένα απτό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, από τις δηλώσεις των δύο ηγετών αναδεικνύεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το διαφορετικό σημείο αφετηρίας τους. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε στο μήνυμά του ότι «είναι πάντα καλό να μας δίνεται η δυνατότητα να κάνουμε μία αποτίμηση της σημαντικής προόδου που έχουμε σημειώσει στις διμερείς μας σχέσεις και τη συνεχή υποστήριξή μας στη δύσκολη πορεία που έχετε χαράξει προς την Ευρωπαϊκή Ενωση», εξηγώντας ότι παραμένουν ανοιχτά ζητήματα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις.
Ο Εντι Ράμα, από την άλλη, εμφανίστηκε με υποκριτικό χαμόγελο, όμως κατέστησε σαφές ότι όποιες εκκρεμότητες έχουν ήδη κλείσει, ενώ δήλωσε ότι η Αλβανία είναι έτοιμη να προχωρήσει στην ολοκλήρωση όσων «συμφωνήσαμε από κοινού, ένα τολμηρό έγγραφο στρατηγικής εταιρικής σχέσης όπου αντιμετωπίζονται όλα τα ζητήματα και δεν υπάρχει πλέον κανένα εκκρεμές θέμα μεταξύ μας».
Ενα απλό ερώτημα
Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό: υπάρχουν ή δεν υπάρχουν εκκρεμότητες; Γιατί αν υπάρχουν, όπως παραδέχτηκε ο Ελληνας πρωθυπουργός, τότε δεν μπορεί η ελληνική πλευρά να εμφανίζεται τόσο άνετη και χωρίς την απαιτούμενη σοβαρότητα απέναντι σε έναν ηγέτη που επιμένει να τις αρνείται. Και αν δεν υπάρχουν, όπως ισχυρίζεται ο Ράμα, τότε ποια ακριβώς είναι η βάση πάνω στην οποία η Αθήνα στηρίζει εδώ και μήνες τη ρητορική περί πίεσης προς τα Τίρανα;
Ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι από τις δημόσιες δηλώσεις δεν υπήρξε ούτε μία συγκεκριμένη αναφορά στον προκλητικό ρόλο της Αγκυρας και τις «πλάτες» των Τιράνων στα εμπρηστικά σχέδια Ερντογάν, όσο και στην υπόθεση του ευρωβουλευτή Φρέντη Μπελέρη, η οποία παραμένει ένα από τα βασικότερα «αγκάθια» στις σχέσεις Αθήνας – Τιράνων. Επιπλέον, δεν υπήρξε καμία αναφορά στα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας, ούτε κάποιο σαφές μήνυμα ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας συνδέεται με συγκεκριμένες δεσμεύσεις απέναντι στην ελληνική πλευρά. Αντιθέτως, η εικόνα που εξέπεμψε το Μέγαρο Μαξίμου ήταν εκείνη μιας σχεδόν ανέμελης συνάντησης, όπου η συζήτηση για το ντύσιμο του Ράμα έκλεψε μέρος της παράστασης.
Ο Αλβανός πρωθυπουργός δικαιολογήθηκε μάλιστα με χιούμορ. «Ζητώ συγγνώμη που δεν είμαι ντυμένος τόσο επίσημα όσο εσείς, επειδή δεν περίμενα τέτοια υποδοχή» είπε, για να λάβει την απάντηση από τον Κυριάκο Μητσοτάκη: «Αναγνωρίζουμε ότι είσαι πάντα πολύ εφευρετικός όσον αφορά τον τρόπο που ντύνεσαι, και μας αρέσει αυτό».
Ούτε κουβέντα για τις αλβανικές προκλήσεις
Η εικόνα χαλαρότητας και εγκαρδιότητας αποτελεί πάγια διπλωματική στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου, αλλά δύσκολα συνάδει με τη στάση ενός ηγέτη που έχει προκαλέσει επανειλημμένα προβλήματα στους Ελληνες ομογενείς, που διατηρεί στενότατες σχέσεις με τον Ταγίπ Ερντογάν και που δεν χάνει ευκαιρία να υπονομεύει ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή. Κι όσο η ελληνική πλευρά επιμένει να επενδύει αποκλειστικά στο κλίμα καλής γειτονίας, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις και απτά αποτελέσματα, τόσο ο Αλβανός πρωθυπουργός θα συνεχίσει να αυτοανακηρύσσεται ως ο κερδισμένος αυτής της σχέσης.