Συνεχείς είναι οι μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες, όπως τόνισε η Λαγκάρντ
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επέλεξε τη στάση της αναμονής, διατηρώντας αμετάβλητα τα επιτόκια, με την Πρόεδρο Κριστίν Λαγκάρντ να περιγράφει μια εικόνα έντονης μεταβολής των οικονομικών συνθηκών.
Σύμφωνα με την ίδια, ενώ η ευρωπαϊκή οικονομία παρουσίαζε μια αξιοσημείωτη ανοδική ορμή πριν από την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, στηριζόμενη κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, πλέον οι προοπτικές επισκιάζονται από την υψηλή αβεβαιότητα που γεννά η πολεμική σύγκρουση.
Η Πρόεδρος τόνισε χαρακτηριστικά ότι ο πραγματικός αντίκτυπος στην οικονομική δραστηριότητα και τον πληθωρισμό θα εξαρτηθεί άμεσα από τη διάρκεια του πολέμου και τον βαθμό επηρεασμού των τιμών της ενέργειας και των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Παρά τις ανησυχίες, η κ. Λαγκάρντ ήταν σαφής ως προς το ότι δεν διακρίνει αυτή τη στιγμή φαινόμενα αποπληθωρισμού στην Ευρωζώνη, αν και παραδέχθηκε πως η επιχειρηματική και καταναλωτική εμπιστοσύνη έχουν ήδη αρχίσει να υποχωρούν.
Στην ανάλυσή της, επεσήμανε ότι οι υψηλές τιμές της ενέργειας θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν το πραγματικό εισόδημα, γεγονός που περιορίζει τη διάθεση των νοικοκυριών για κατανάλωση και των επιχειρήσεων για επενδύσεις. Παράλληλα, σημείωσε πως ενώ οι πληθωριστικές προσδοκίες έχουν ενισχυθεί βραχυπρόθεσμα, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα παραμένουν ευθυγραμμισμένες με τον στόχο του 2% που έχει θέσει η τράπεζα.
“Οι υψηλές τιμές της ενέργειας θα συνεχίσουν να επιβαρύνουν το πραγματικό εισόδημα, περιορίζοντας την ετοιμότητα των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών να επενδύσουν και να καταναλώσουν. Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές προσδοκίες έχουν αυξηθεί σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αν και σε πιο μακροπρόθεσμο παραμένουν στο 2% που αποτελεί και τον στόχο της τράπεζας”.
“Όλοι ελπίζουμε να υπάρξει ένα γρήγορο τέλος στον πόλεμο”, πρόσθεσε. “Δεν μπορώ σήμερα να πω αν είμαστε πιο κοντά στο βασικό σενάριο ή το δυσμενές, αλλά αυτό που βλέπουμε είναι πως κινούμαστε πιο μακριά από το βασικό σενάριο. Αυτό που είναι κρίσιμο είναι ο αντίκτυπος που θα έχουν οι τιμές της ενέργειας και αυτό θα πρέπει να το αξιολογήσουμε καλύτερα τις επόμενες εβδομάδες”.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα εναλλακτικά σενάρια που επεξεργάζεται η ΕΚΤ. Η κ. Λαγκάρντ ανέφερε πως αν και όλοι εύχονται ένα γρήγορο τέλος στον πόλεμο, η πραγματικότητα δείχνει ότι η οικονομία απομακρύνεται από το αρχικό «βασικό σενάριο». Αν και απέφυγε να προσδιορίσει αν βρισκόμαστε πιο κοντά στο «δυσμενές» ή το «ακραίο» σενάριο, τα οποία προβλέπουν ισχυρότερο και μονιμότερο αντίκτυπο από τις τιμές ενέργειας, υπογράμμισε ότι η αξιολόγηση των επόμενων εβδομάδων θα είναι κρίσιμη για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.
“Συζητήσαμε όμως και την πιθανότητα για μία αύξηση των επιτοκίων. Κάποια μέλη θα υποστηρίξουν την μία ή την άλλη απόφαση”.
Επισήμανε ταυτόχρονα ότι η ιδιαίτερα υψηλή αβεβαιότητα θα οδηγήσει την ΕΚΤ να επαναξιολογήσει τη θέση της μέχρι την επόμενη συνεδρίαση της τον Ιούνιου. “Κρίσιμη παράμετρος θα είναι η διάρκεια της σύγκρουσης”, επανέλαβε.
Στο παρασκήνιο της λήψης των αποφάσεων, η Πρόεδρος αποκάλυψε ότι στο Διοικητικό Συμβούλιο συζητήθηκαν διαφορετικές επιλογές, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας για περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων, αν και τελικά η απόφαση για τη διατήρησή τους στο τρέχον επίπεδο ήταν ομόφωνη. Η ΕΚΤ δεν δεσμεύεται για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής της πολιτικής, ακολουθώντας μια προσέγγιση «συνεδρίαση με τη συνεδρίαση».
Ο Ιούνιος ορίστηκε ως ο επόμενος μεγάλος σταθμός, καθώς τότε η τράπεζα θα έχει στα χέρια της τις νέες προβολές των εμπειρογνωμόνων και τα αναθεωρημένα σενάρια, έχοντας καθαρότερη εικόνα για τη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού.
Όπως εξήγησε, “σε περίπου έξι εβδομάδες θα είναι ο κατάλληλος χρόνος να αξιολογήσουμε πώς εξελίσσεται η σύγκρουση προκειμένου να πάρουμε μια απόφαση με βάση τα στοιχεία που θα έχουμε μέχρι τότε στη διάθεση μας”.
Κλείνοντας, η κ. Λαγκάρντ επανέλαβε την προσήλωση της ΕΚΤ στην εντολή της, δηλώνοντας πως το Διοικητικό Συμβούλιο είναι έτοιμο να προσαρμόσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία του.
Στόχος παραμένει η σταθεροποίηση του πληθωρισμού στο 2% μεσοπρόθεσμα και η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, με τις αποφάσεις να βασίζονται αποκλειστικά στα εισερχόμενα οικονομικά και χρηματοπιστωτικά δεδομένα.
“Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι έτοιμο να προσαρμόσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του εντός των ορίων της εντολής που του έχει ανατεθεί, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα σταθεροποιηθεί στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα και να διαφυλάξει την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής”.




