Η διαχείριση της υπόθεσης των υποκλοπών από το Μέγαρο Μαξίμου έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της πολιτικής άμυνας και έχει περάσει σφαλτρωμένα στη σφαίρα του απόλυτου θεσμικού παραλογισμού. Με τη σημερινή μεθόδευση στη Βουλή, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν προχώρησε απλώς σε ένα ακόμα αντίθεσμικό κουκούλωμα, αλλά υπέπεσε σε μια κραυγαλέα λογική αντίφαση που την εκθέτει ανεπανόρθωτα.
Επί μήνες, το κυβερνητικό επιτελείο και οι αρμόδιοι υπουργοί ορκίζονται σε όλους τους τόνους ότι η ΕΥΠ δεν είχε ποτέ καμία απολύτως σχέση με το κακόβουλο λογισμικό Predator, αποδίδοντας τη χρήση του αποκλειστικά σε παράνομες δραστηριότητες ιδιωτών. Αν όμως αυτός ο ισχυρισμός ήταν αληθινός, τότε η πρόταση για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής με αντικείμενο το Predator δεν θα έπρεπε να έχει την παραμικρή σχέση με την εθνική ασφάλεια, την άμυνα ή την εξωτερική πολιτική της χώρας. Κατά συνέπεια, ο πήχης για την έγκρισή της θα έπρεπε να παραμείνει στο συνταγματικά κατοχυρωμένο όριο της μειοψηφίας των 120 βουλευτών και να εξετάσει την παράνομη λειτουργία του λογισμικού στη χώρα.
Αντί γι’ αυτό, η κυβέρνηση επιστράτευσε ένα πρωτοφανές νομικίστικο τρικ, ανεβάζοντας αυθαίρετα τον απαιτούμενο αριθμό στις 151 ψήφους. Επικαλούμενη ότι η έρευνα αγγίζει ευαίσθητα εθνικά ζητήματα, η πλειοψηφία ουσιαστικά αυτοδιαψεύδεται με τον πιο πανηγυρικό τρόπο. Αν το Predator δεν χρησιμοποιήθηκε από το κράτος, τότε γιατί η διερεύνησή του βαφτίζεται ξαφνικά απειλή για την εθνική ασφάλεια; Η απάντηση είναι προφανής και μαρτυρά τον πανικό του Μαξίμου: η κυβέρνηση γνωρίζει καλά ότι μια πραγματική, ανεξάρτητη κοινοβουλευτική έρευνα θα αποκάλυπτε τις υπόγειες γέφυρες και το κοινό κέντρο που συνέδεε τις «νόμιμες» επισυνδέσεις της ΕΥΠ με τις μολύνσεις του παράνομου λογισμικού.
Αυτή η απροκάλυπτη επιχείρηση συγκάλυψης στερεί από τη χώρα κάθε ίχνος θεσμικής σοβαρότητας και τη μετατρέπει σε μαύρο πρόβατο της Ευρώπης. Όταν ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, εμφανίζεται στη Βουλή ως πολιτικός προστάτης της δικαστικής αδράνειας και του αρχειοθετημένου φακέλου του Αρείου Πάγου, το μόνο που καταφέρνει είναι να επιβεβαιώσει ότι οι εγχώριοι ελεγκτικοί μηχανισμοί τελούν υπό καθεστώς πολιτικής ομηρείας.
Ο κ. Φλωρίδης επιχείρησε να εμφανίσει το μαύρο-άσπρο, υποστηρίζοντας ότι η ΕΥΠ λειτουργούσε πάντα νόμιμα, ενώ για τις παράνομες παρακολουθήσεις ευθύνονται αποκλειστικά ιδιώτες που έχουν ήδη παραπεμφθεί. Μάλιστα, ειρωνεύτηκε την αντιπολίτευση για τη θεωρία του «κοινού κέντρου» μεταξύ ΕΥΠ και Predator, θέτοντας το ρητορικό ερώτημα: «Εάν η ΕΥΠ παρακολουθεί νόμιμα, γιατί πρέπει να παρακολουθεί παράνομα τους ίδιους;». Αυτό που σκοπίμως ξεχνά να απαντήσει ο υπουργός είναι το γιατί οι «νόμιμες» επισυνδέσεις της ΕΥΠ συμπέφτανε με μαθηματική ακρίβεια χρονικά με τις επιθέσεις του Predator στα ίδια ακριβώς θύματα.
Η άρνηση της κυβέρνησης να επιτρέψει τον έλεγχο, οχυρωμένη πίσω από την κομματική της πλειοψηφία, συνιστά μια βαθιά αντιθεσμική εκτροπή που πλήττει τον πυρήνα του κράτους δικαίου και δικαιώνει απόλυτα όσους μιλούν για μια διολίσθηση σε πρακτικές που θυμίζουν τις πιο σκοτεινές σελίδες της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας.